Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  

 

 

 

 

 eef dioikisi kai epikoinonia

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το site των αμοιβαίων μεταθέσεων

 


 

 


Προβολή άρθρων κατά ημερομηνία: Απρίλιος 2016 - ΔΙΚΤΥΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ dictyo.gr
Τρίτη, 26 Απριλίου 2016 01:08

Η αναχώρηση Καραμανλή στο Παρίσι

 

Σαν σήμερα «έφυγε» ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (pics+vid)Στις 9 Δεκεμβρίου 1963, ενώ εξελισσόταν το μπαράζ των (πρακτικά) προεκλογικών παροχών της πρώτης κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου, η οποία είχε αντισυνταγματικά παραμείνει στην εξουσία επί ένα μήνα χωρίς να προσέλθει στη Βουλή για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αναχωρούσε, οριστικά, για το Παρίσι. Ταυτόχρονα, με μια βαρυσήμαντη επιστολή του προς τους βουλευτές της ΕΡΕ, πρότεινε ως νέο αρχηγό του κόμματος τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Η αποχώρηση του Μακεδόνα πολιτικού στο εξωτερικό έγινε έκτοτε αντικείμενο έντονων συζητήσεων. Σε μια χώρα στην οποία οι προσωπικές επιθέσεις εναντίον του Καραμανλή και των μελών του επιτελείου του αντικαθιστούσαν το πολιτικό επιχείρημα, ακούστηκαν και απίθανα πράγματα, που συνέχισαν να «ψιθυρίζονται» τα επόμενα χρόνια: ο Καραμανλής έφυγε πανικόβλητος, για να μη «δολοφονηθεί» από τη βασίλισσα Φρειδερίκη! Ο Καραμανλής, εγωπαθής και αλαζονικός, δεν καταδεχόταν να καθίσει στα έδρανα της αντιπολίτευσης, αποκαλύπτοντας τη θεμελιωδώς «αντιδημοκρατική» του νοοτροπία (χρησιμοποιήθηκαν και πιο σκληρές λέξεις). Εκδηλώθηκαν μικρότητες ψυχικής –παρά αντιθέσεις πολιτικής – υφής: π.χ. το πρωτοσέλιδο της «Ελευθερίας» την επομένη, που πανηγύριζε, «Ο κ. Καραμανλής ώχετο απιών». Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, αναφερόταν ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε αναχωρήσει με το ψευδώνυμο «Τριανταφυλλίδης» και είχε επιβιβαστεί στο αεροπλάνο «με λυγμούς». Στο κύριο άρθρο της, η εφημερίδα θριαμβολογούσε: «Εξήλθε χθες του δημοσίου βίου από την θύραν της υπηρεσίας όπως ακριβώς είχε εισέλθη. Υπήρξεν ηγέτης διά της δοτής εξουσίας. Αυτή, με τα “παραφερνάλιά” της, του έδωσεν ανάστημα. Η απώλειά της τον συνέτριψε».
Ελάχιστη σχέση είχαν αυτές οι λαϊκιστικές εξάρσεις με την πραγματικότητα. Το εισιτήριο του Καραμανλή είχε εκδοθεί κανονικά στο όνομά του και είναι αδιανόητο – και παντελώς ατεκμηρίωτο – να συνδέεται η πράγματι υπαρκτή αντιπάθεια της βασίλισσας προς τον πρωθυπουργό με παρόμοιες προθέσεις· μια εκδήλωση της παροξυσμικής συνωμοσιολογίας, που πάντως είχε μέλλον και επρόκειτο να φτάσει σε άλλες κορυφώσεις και σε μεταγενέστερες εποχές.
Αλλά και αναλυτές κατά βάση θετικοί προς τον Καραμανλή ένιωσαν την ανάγκη να αποστασιοποιηθούν από την επιλογή του. Μήπως θα έπρεπε – αναρωτήθηκαν – να παραμείνει στη χώρα, όπου η παρουσία του θα συνέβαλε στη σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος και ίσως στην αποτροπή των καταστροφικών εξελίξεων που οδήγησαν στη δικτατορία; Γιατί, τελικά, η αποχώρηση; Το άρθρο αυτό δεν θα αποπειραθεί να απαντήσει στο ερώτημα εάν «καλώς» ή «κακώς» αποφάσισε ο Καραμανλής να φύγει από τη χώρα. Θα προσπαθήσει, όμως, να παρουσιάσει τους λόγους της αποχώρησής του, που αποκαλύπτουν και βασικές πτυχές της πολιτικής του στρατηγικής.
Το θεσμικό ζήτημα...
Ο κύριος γνώμονας των ενεργειών του Καραμανλή από τα τέλη του 1963 υπήρξε η εκτίμηση ότι έλειπαν οι προϋποθέσεις για τη δική του δραστηριοποίηση στο πολιτικό σκηνικό. Ο Καραμανλής είχε, ήδη, από την προεκλογική εκστρατεία του 1961, ορίσει τους βασικούς του στόχους, που αποτελούσαν, κατά τη γνώμη του, και τις βασικές προϋποθέσεις όχι μόνον για την επιτυχή συνέχιση της μεταρρυθμιστικής πολιτικής, αλλά και για ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα: πρώτιστα, την αναθεώρηση του Συντάγματος την οποία είχε προτείνει στις αρχές του 1963, αλλά και τη μεταλλαγή της πολιτικής ατμόσφαιρας με την αποδοχή συμφωνημένων διαδικασιών και του ήπιου κλίματος. Χωρίς αυτά, κατά τον Καραμανλή, το όλο πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν δυνατόν να επιλυθεί, παρά την οικονομική και κοινωνική πρόοδο που είχε σημειωθεί.
Ωστόσο, η συνταγματική αναθεώρηση είχε αναιρεθεί από μια περίεργη ανίερη συμμαχία του Στέμματος, του Κέντρου και της Αριστεράς. Και χωρίς αυτήν, δεν υπήρχαν οι δυνατότητες για δημιουργική πολιτική δράση, επομένως ο ίδιος δεν είχε ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Η διαπίστωση αυτή διαπερνά το σύνολο των τοποθετήσεών του από το 1963 και εξής. Υπάρχει στην επιστολή που απηύθυνε στους βουλευτές της ΕΡΕ στις 9 Δεκεμβρίου, αποχωρώντας από την ηγεσία:
«Δεν υφίστανται εις την χώραν αι συνθήκαι εκείναι, τας οποίας εθεώρησα πάντοτε απαραιτήτους διά να εκπληρώσω την αποστολήν μου, όπως εγώ τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι. [...] Όταν ένας πολιτικός γνωρίζει τι πρέπει να γίνει εις την χώραν του και δεν δύναται να το πραγματοποιήσει διότι του αρνούνται τας αναγκαίας προϋποθέσεις, οφείλει, αντί να συμβιβάζεται με την συνείδησίν του, να αποχωρή[1]. Άλλως, η παραμονή του εις την ενεργόν πολιτικήν όχι μόνον καθίσταται αμφιβόλου χρησιμότητος, αλλά είναι δυνατόν εις ωρισμένας περιπτώσεις, να αποβαίνη και επιβλαβής».
Οι ίδιες διαπιστώσεις εμφανίζονται το 1964 σε επιστολές του προς τον Κ. Τσάτσο και τον Κ. Παπακωνσταντίνου και κυρίως, σε μέγιστη ανάπτυξη, στην επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο της 10ης Μαΐου 1966, που αποτέλεσε μία συνολική «ανάγνωση» του ελληνικού πολιτικού προβλήματος, σε μια στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο Καραμανλής είχε γίνει δέκτης εκκλήσεων τόσο από τους παλαιούς επιτελείς του, όσο και από τα Ανάκτορα αλλά και από τους «αποστάτες», να επανέλθει και να αναλάβει την πρωθυπουργία. Σε εκείνη την επιστολή, ο Καραμανλής τασσόταν υπέρ της συγκρότησης κυβέρνησης «από ικανά και κατάλληλα πρόσωπα» η οποία θα προχωρούσε στην «τολμηράν αναθεώρησιν του Συντάγματος», στην αποκατάσταση του ήρεμου πολιτικού κλίματος και στην έγκριση της αναμόρφωσης αυτής με δημοψήφισμα: «Αν γίνουν τα ανωτέρω και επιδείξη ωριμότητα ο λαός, ημπορεί η Ελλάς και χωρίς Μεσσίας να καταστή υπόδειγμα ευημερούσης πολιτείας»[2]. Χωρίς όμως μια τέτοια αναμόρφωση του πολιτεύματος, τόνιζε ο Καραμανλής και σε άλλες περιστάσεις (π.χ. την επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο στις 25.10.1966), η λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα ήταν προβληματική, και δύσκολα θα μπορούσαν να αποφευχθούν περιπέτειες.
Ο Καραμανλής επέβαλε στον εαυτό του την αποχώρηση και την αυτοεξορία, επειδή θεωρούσε ότι τίποτε δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του Συντάγματος του 1952, που είχε αποτελέσει προϊόν του εμφυλίου πολέμου·[3] δεν θα γυρνούσε εάν δεν εξασφαλιζόταν αυτή η προϋπόθεση. Εδώ δεν πρόκειται για «πείσμα»: πρόκειται για τη διαπίστωση ότι απουσίαζε μια θεμελιώδης πολιτική προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν θεωρούσε ότι είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν αντικείμενο μιας πολιτικής ανάλυσης, την καθαρότητα της οποίας οφείλουμε –πενήντα και πλέον χρόνια μετά– να αναγνωρίσουμε.
...και η ανάγκη αποφυγής ενός νέου διχασμού
Υπήρχε όμως και ένας ακόμη λόγος, εξίσου, αν όχι και πιο σημαντικός. Η αποχώρηση του Καραμανλή από την Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 1963, υπαγορεύθηκε και από τη θεμελιώδη αντίληψή του, διαμορφωμένη ήδη από τον Μεσοπόλεμο, για την ανάγκη αποφυγής ενός νέου εθνικού διχασμού[4]. Ο Καραμανλής ανατράπηκε από τα Ανάκτορα τον Ιούνιο του 1963. Επιπλέον, τα Ανάκτορα του αρνήθηκαν τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών, παρά το γεγονός ότι διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τον Νοέμβριο του 1963, τα Ανάκτορα πρωθυπουργοποίησαν[5] (αγνοώντας τη δική του εισήγηση) τον Γ. Παπανδρέου, δίνοντας έτσι στον αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου τη δυνατότητα να προχωρήσει στο μπαράζ των εκλογικών παροχών στο οποίο προχώρησε[6]. Με απλά λόγια, από τη στιγμή που τα Ανάκτορα είχαν παρέμβει για να ρίξουν τον Καραμανλή, ήταν φανερό ότι είχαν ίδιον συμφέρον να μην τον αφήσουν να επανέλθει στην αρχή. Επομένως, εάν ήθελε να μείνει και να συνεχίσει τον αγώνα, θα έπρεπε να συγκρουστεί με τον ανώτατο άρχοντα – να ξεκινήσει ένα καινούργιο 1915.
Η υπέρβαση του διχασμού και η αποφυγή των λαθών του παρελθόντος είχαν αποτελέσει βασικό γνώμονα στην πολιτική του δράση έως τότε· άρα, δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποχωρήσει. Άλλωστε, ένα από τα στοιχεία που τον χώριζαν πλέον από τον Γ. Παπανδρέου – ο οποίος είχε παλαιότερα πρωταγωνιστήσει για την υπέρβαση των αντιπαλοτήτων του Εθνικού Διχασμού, και για τούτο ο Καραμανλής, τότε, τον θαύμαζε – εντοπιζόταν ακριβώς στο ότι ο αρχηγός της Ενώσεως Κέντρου είχε, το 1961-63, αναβιώσει και στηριχθεί στις λογικές εκείνης της παλαιάς σύγκρουσης. Ο Καραμανλής περιφρονούσε βαθύτατα αυτή την πολιτική – βλ. π.χ. τη φράση του σε επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο (5.1.1964) για «ανθρώπους επιδιώκοντας ενσυνειδήτως τον διχασμόν του έθνους». Η στάση του Γ. Παπανδρέου έγινε αντιληπτή από τον Καραμανλή ως μια «προδοσία» θεμελιωδών αρχών και στόχων που παλαιότερα ήταν κοινοί και στους δύο άνδρες[7].
Με άλλα λόγια, ο Καραμανλής δεν έφυγε από την Ελλάδα επειδή δείλιασε· έφυγε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ένας πολιτικός με τόσο έντονη την αίσθηση της συνέπειας δεν μπορεί να αυτοαναιρεθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό: εάν το έκανε, θα έπρεπε κυριολεκτικά να γίνει κάποιος άλλος. Η ποιότητα της ηγεσίας απαιτεί μια τέτοια συνέπεια.
Στις 5 Ιανουαρίου 1964, σε επιστολή του προς τον Κ. Τσάτσο, ο Καραμανλής επέμενε στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η «ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος». Με πικρία, επισήμαινε ότι, κατά το τελευταίο διάστημα της έξαρσης του λαϊκισμού (αυτό που περιέγραφε με τον όρο «αθλιότης»), τα πράγματα είχαν γίνει ακόμη χειρότερα. Δεν ήταν πολίτευμα, έγραφε, αυτό που είχε η Ελλάδα: «Είναι απέραντον καφενείον, και μάλιστα ελληνικόν». Και συνέχιζε με την πιο επώδυνη από τις διαπιστώσεις του:
«Το δε χειρότερον είναι ότι το κατάντημα αυτό δεν το αντιλαμβανόμεθα. Εσυνηθίσαμεν τόσον εις την ανωμαλίαν αυτήν, ώστε να την θεωρούμεν πλέον ως φυσικήν κατάστασιν. Και όμως κάποτε θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η προαγωγή και η ασφάλεια του τόπου μας εξαρτώνται από την οριστική και επιτυχή αντιμετώπιση του πολιτικού μας προβλήματος. Και ότι η Ελλάς παραμένει υποανάπτυκτος διότι ακριβώς είναι πολιτικώς καθυστερημένη. Είναι γνωστόν εξάλλου ότι η διαφορά μεταξύ ανεπτυγμένων και υποαναπτύκτων χωρών είναι κυρίως διαφορά πολιτικής ωριμότητος».[8]
*Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 24 Απριλίου
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι υποσημειώσεις είναι δικές μου.
 


[1] Η εξουσία για άλλους ήταν – και είναι – αυτοσκοπός. Όχι για τον Καραμανλή.
[2] Όπως και θα είχε γίνει αν δεν είχε μεσολαβήσει ο «ανένδοτος» της μωροφιλοδοξίας και της υποκρισίας.
[3] Είχε ψηφιστεί το 1951 από την κυβέρνηση Πλαστήρα.
[4] Άλλοι τυφλωμένοι από τη δίψα της εξουσίας δεν δίστασαν να τον αναβιώσουν συμμαχώντας ακόμα και «με το διάβολο». Αυτό έκαναν και κατά τη διάρκεια του «ανένδοτου» σε υπόγεια συμμαχία με ανακτορικούς κύκλους, αλλά αυτό έκαναν και μετά τη μεταπολίτευση.
[5] Δεν είχε τη Δεδηλωμένη, δηλαδή δεν είχε απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.
[6] Ανενδοίαστα ο «γέρος της Δημοκρατίας» και το επιτελείο του – Υπουργός Οικονομικών Κ. Μ. – δεν δίστασαν να σπαταλήσουν τα αποθέματα της οικονομίας σε προεκλογικές παροχές.
[7] Ο ανεκπλήρωτος πόθος της εξουσίας και το επελθόν γήρας ίσως είναι οι αιτίες αν ποτέ ήταν κατά βάθος ο Γ.Π. υπέρ της σύνθεσης και της συνεννόησης και δεν ήταν και η υποτιθέμενη προγενέστερη θέση του «δήθεν», ένα ακόμα από τα πολλά «δήθεν» που τον χαρακτήριζαν.
[8] Για να αποδειχθεί για πολλοστή φορά ποιος ήταν προοδευτικός και στις ιδέες και στην πράξη.

Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
Τρίτη, 26 Απριλίου 2016 01:07

Πρώτη κυβέρνηση Ενώσεως Κέντρου

 

Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 και η ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Γεώργιο Παπανδρέου από τον βασιλιά Παύλο, τρεις ημέρες αργότερα, επανέφεραν το Κέντρο στην εξουσία, έντεκα χρόνια μετά τη συντριπτική νίκη του στρατάρχη Παπάγου το 1952. Με μια πρώτη ματιά, η εξέλιξη αυτή παρέπεμπε σε σχετική ομαλοποίηση της ελληνικής πολιτικής ζωής: η Ένωσις Κέντρου ήταν ένα αστικό κόμμα, που διέθετε ηγεσία υψηλής ποιότητας: Γ. Παπανδρέου, Σ. Βενιζέλος, Κ. Μητσοτάκης, Γ. Μαύρος, κ.ά. Η ενοποίηση των δυνάμεων του παλαιό-βενιζελικού χώρου το 1961 – για πρώτη φορά μετά τις εκλογές του 1920 – τούς επέτρεψε να διεκδικήσουν την εξουσία από τη νέα Δεξιά που είχε αναδυθεί μετά το 1952 και ιδίως μετά το 1956. Χαρακτηριζόμενη από ορμητική ρητορεία, και προβάλλοντας τους βασικούς στόχους της ανάπτυξης και της ένταξης στη Δύση, η Ένωσις Κέντρου καλείτο να συνεχίσει – και να επεκτείνει σε νέους τομείς – την ανοδική πορεία της χώρας. Άλλωστε, η ανάπτυξη

μιας ολόκληρης κοινωνίας δεν μπορούσε να βασίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη ενός και μόνον κυβερνητικού επιτελείου – της ΕΡΕ υπό τον Κ. Καραμανλή. Έπρεπε να βασίζεται στην εναλλαγή στην εξουσία κομμάτων που θα συνέκλιναν σε τούτη τη βασική στόχευση.

Απέναντι στη νέα Κεντροδεξιά του Καραμανλή έπρεπε να υπάρχει μια εναλλακτική δύναμη –του Κέντρου ή της Κεντροαριστεράς(;)– που θα διασφάλιζε τις βασικές προϋποθέσεις της προόδου της χώρας: συνέχεια, εναλλαγή, ανανέωση.
Συγκρότηση ταυτότηταςμε βάση το παρελθόν
Υπήρχαν, όμως, προβλήματα στην ανάδυση της νέας πολιτικής δύναμης, τα οποία έμελλαν να υποθηκεύσουν το εγχείρημά της. Η Ένωσις Κέντρου καλείτο να καλύψει το κρίσιμο πεδίο μεταξύ της δημοκρατικής Δεξιάς και της Άκρας Αριστεράς· με άλλα λόγια, να αναδυθεί ως δύναμη της «κέντρο-αριστεράς». Αλλά ο συγκεκριμένος χώρος – η Κεντροαριστερά – είχε υποστεί πανωλεθρία στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, όταν οποιαδήποτε σοσιαλιστική επίκληση είχε χάσει τη γοητεία της, επειδή οι υποστηρικτές του «υπαρκτού» σοσιαλισμού είχαν συμπαρασύρει τους πάντες στην εχθρότητα εναντίον παρόμοιων ιδεών. Από την Ελλάδα, επιπλέον, έλειπε μια σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα με λαϊκά ερείσματα. Τέλος, το βασικό πρόβλημα του νέου κόμματος ήταν η διατήρηση της ενότητάς του. Οι εσωτερικές του αντιπαλότητες ήταν τόσο μεγάλες, ώστε πολύ συχνά στη δεκαετία του 1950 οι κεντρώοι ηγέτες βρίσκονταν, και ψυχολογικά ακόμη, πιο κοντά στον Καραμανλή, παρά μεταξύ τους.
Στο σημείο αυτό εντοπιζόταν ένα σημαντικό πρόβλημα στη συγκρότηση της ταυτότητας του κόμματος, ήδη από το 1961. Συγκεκριμένα, δεν δημιουργήθηκε γύρω από έναν στιβαρό ιδεολογικό κορμό και μια θεμελιώδη στοχοθεσία για τη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά γύρω από τη συναισθηματικά φορτισμένη διαχείριση στερεοτύπων του παρελθόντος. Αδυνατώντας – λόγω των πολλών εσωτερικών διαφωνιών, που συχνά ήταν προσωπικού χαρακτήρα – να προωθήσει μια συνεκτική πρόταση διακυβέρνησης, η βασική ταυτότητα της Ενώσεως Κέντρου διαμορφώθηκε πάνω στην επίκληση του βενιζελικού παρελθόντος, και εν πολλοίς μέσω της επιστροφής σε σύμβολα και σε ρητορείες του Εθνικού Διχασμού, που ήταν μεν δημοφιλή σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης (άρα αντιμετώπιζαν βραχυπρόθεσμα το πρόβλημα της ενότητας), αλλά δεν αντιστοιχούσαν στα προβλήματα της Ελλάδας του 1960. Για να δοθούν κάποια ενδεικτικά παραδείγματα, η καταγγελία των εκλογών του 1961 έγινε με τη χρήση μιας φράσης – «βία και νοθεία» – που είχε αυτούσια χρησιμοποιηθεί από τον βενιζελικό χώρο για να καταγγελθεί το αποτέλεσμα του όντως νόθου δημοψηφίσματος του 1935, κάτι που μπορεί εμείς να έχουμε ξεχάσει σήμερα, αλλά ήταν μια φράση ικανή να κινητοποιήσει τις βενιζελογενείς μάζες που είχαν βιώσει το 1935 μόλις 25 χρόνια πριν (και με το πρόσθετο πρόβλημα ότι, όπως αργότερα αποδείχθηκε, η ηγεσία της Ενώσεως Κέντρου γνώριζε εκ των προτέρων το σχέδιο για βία στις εκλογές του 1961, το οποίο εκ των υστέρων κατήγγειλε...). Το 1962-63, στην κορύφωση του «ανένδοτου», τα φιλικά προς την Ένωση Κέντρου έντυπα, ακόμη και τα υψηλής ποιότητας, δημοσίευαν στις πρώτες σελίδες τους «ιστορικά» αναγνώσματα για τον Εθνικό Διχασμό, προσπαθώντας εμφανώς να καλλιεργήσουν έναν κομματικό πατριωτισμό εδρασμένο στις μνήμες του. Η χρήση της φράσης «δημοκρατική παράταξη» παρέπεμπε ακριβώς στον Εθνικό Διχασμό του μεσοπολέμου, όταν συγκρούονταν οι οπαδοί της αβασίλευτης και της βασιλευομένης δημοκρατίας. Επιπλέον, τούτο γεννούσε πρόσθετα προβλήματα πολιτικής κουλτούρας: ο κεντρώος χώρος ισχυριζόταν, έμμεσα αλλά ξεκάθαρα, ότι δημοκρατία στην Ελλάδα υπήρχε μόνον όταν κυβερνούσε αυτός· και ήταν μία περίεργη δημοκρατία αυτή που είχε ένα μόνο δημοκρατικό κόμμα... Πιεσμένη να προστατεύσει την πολύτιμη (και επισφαλή) ενότητά της, η Ένωσις Κέντρου του 1961-63 είχε αναπτύξει την ταυτότητά της όχι θετικά – με βάση μια σαφή αναπτυξιακή ατζέντα κεντροαριστερής κατεύθυνσης – αλλά αρνητικά: ως αντιδεξιό σύνδρομο εδρασμένο σε επίκληση καταστάσεων του παρελθόντος, επίκληση που, όπως έμελλε να αποδειχθεί, κινδύνευε να γίνει αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Γ. Παπανδρέου[1]
Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γ. Παπανδρέου, τον Νοέμβριο του 1963, ήταν ανακούφιση για τον χώρο. Αλλά η Ένωσις Κέντρου δεν διέθετε αυτοδύναμη πλειοψηφία[2], και τούτο μπορούσε να δημιουργήσει αυτό που πάντα ήταν το μείζον της πρόβλημα: εσωκομματικές διαμάχες. Πλειοψηφία από τη Βουλή του 1963 θα μπορούσε να συγκροτηθεί μόνον εάν ένα μέρος των βουλευτών της ΕΡΕ δεχόταν να στηρίξει την κυβέρνηση. Ωστόσο ο πιθανότερος ηγέτης μιας τέτοιας «κέντρο-δεξιάς» κυβέρνησης δεν θα ήταν ο Παπανδρέου, αλλά ο Σ. Βενιζέλος, ο οποίος δεν είχε διαρρήξει τις σχέσεις του με την ΕΡΕ στον ίδιο βαθμό με τον ηγέτη του «ανένδοτου». Με απλούστερα λόγια: Ο Γ. Παπανδρέου ήταν υποχρεωμένος να οδηγήσει εκ νέου τη χώρα σε εκλογές – όχι για να εφαρμόσει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα που θεωρούσε αναγκαίο για τη χώρα, αλλά για να προστατέψει τη θέση του έναντι του ενδοπαραταξιακού του αντιπάλου. Για μία ακόμη φορά το μείζον πρόβλημα του κόμματος ήταν εσωτερικό.
Αυτό καθόρισε τις εξελίξεις. Εξαρτημένος από τη στήριξη του Στέμματος, ο Γ. Παπανδρέου διόρισε έναν υπουργό Εθνικής Αμύνης – τον θεωρούμενο «τοποτηρητή των Ανακτόρων», στρατηγό ε.α. Δ. Παπανικολόπουλο – και τον Δεκέμβριο ουσιαστικά παραχώρησε τον στρατό στον έλεγχο των Ανακτόρων σε αντάλλαγμα για τη διάλυση της Βουλής, την οποία χρειαζόταν άμεσα (για να προστατευθεί από τον Βενιζέλο...). Επιπλέον, η πρώτη κυβέρνηση της Ενώσεως Κέντρου χαρακτηρίστηκε από ένα σημαντικό θεσμικό ατόπημα. Ενώ είχε την υποχρέωση, αν μη τι άλλο, λόγω συνταγματικού εθίμου, να εμφανιστεί στη Βουλή και να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης μέσα σε 15 ημέρες, έκανε πάνω από 40 ημέρες για να το πράξει: από τις 6 Νοεμβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τον διορισμό του στην πρωθυπουργία το 1955, ο Καραμανλής είχε εμφανιστεί στη Βουλή μέσα σε μία εβδομάδα. Και όμως, το 1963 αυτή η συνταγματική ανάγκη παραβιάστηκε, και μάλιστα με την ανοχή του Στέμματος. Ήταν ένα ακόμη από τα soft πραξικοπήματα[3], με τα οποία, από τον Ιούνιο του 1963, ο βασιλιάς Παύλος απομάκρυνε τον Καραμανλή από την εξουσία.
«45 ημέρες» με καταιγισμό προεκλογικών παροχών[4]
Ωστόσο δεν γινόταν αλλιώς: Η κυβέρνηση έπρεπε να παραμείνει, έστω αντισυνταγματικά, στην εξουσία, για να κάνει παροχές, με στόχο να εξασφαλίσει τη νίκη στις νέες εκλογές. Και σε αυτές τις «45 ημέρες» ήταν που, όπως έγραψε αργότερα ο Γεώργιος Ράλλης, έγιναν «απίστευτα πράγματα»[5]. Ενδεικτική αναφορά: Αναστολή της δίωξης οφειλετών αγροτών και επανάληψη της δανειοδότησής τους από την Αγροτική Τράπεζα, και αναστολή των κατεδαφίσεων των εκτός σχεδίου κτισμάτων (11 Νοεμβρίου). Αύξηση της δανειοδότησης των αγροτών (15 Νοεμβρίου). Εξαγγελία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, με το σύνθημα «δωρεάν παιδεία για όλους» (16 Νοεμβρίου), και με σχόλιο της «Ελευθερίας»: «Καταργεί τας εισαγωγικάς εξετάσεις και τον περιωρισμένον αριθμόν εισακτέων εις τας Ανωτάτας Σχολάς».
Έναρξη επαφής του πρωθυπουργού με τον λαό, 20 Νοεμβρίου («Ελευθερία»: «Εκατοντάδες πολιτών “ανοίγουν την καρδιά” των εις τον κ. Γ. Παπανδρέου»). Ευνοϊκή ρύθμιση των αγροτικών χρεών και μείωση του επιτοκίου των δανείων προς τους αγρότες (27 Νοεμβρίου). Αύξηση των συντάξεων των υγειονομικών του ΤΣΑΥ (6 Δεκεμβρίου). Διορισμός 1.828 εκπαιδευτικών και απόφαση για εισαγωγή, πέραν του αριθμού των εισακτέων, 297 επιλαχόντων υποψηφίων στην ΑΣΟΕΕ και 515 επιλαχόντων στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς (9 Δεκεμβρίου). Αναστολή ενταλμάτων προσωποκράτησης αγροτών για χρέη (12 Δεκεμβρίου).
Μείωση του ορίου ηλικίας για τη συνταξιοδότηση στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (13 Δεκεμβρίου). Εξαγγελία (κατά την «Ελευθερία»: «Εν μέσω παραληρούντος από ενθουσιασμόν και δακρύοντος από συγκίνησιν ακροατηρίου») της κατάργησης της εισφοράς στον ΟΓΑ (14 Δεκεμβρίου). Αύξηση των συντάξεων του ΙΚΑ από 6 έως 12% (17 Δεκεμβρίου).
Τέλος, πρέπει να αναφερθούν οι προεκλογικές παροχές κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της 20ής Δεκεμβρίου: μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 10-15%, αύξηση κατά 5% των βασικών μισθών όλων των δημοσίων υπαλλήλων και των στρατιωτικών, αύξηση κατά 5% των συντάξεων του Δημοσίου, διπλασιασμός (!) των βασικών μισθών των δικαστικών και των δημοσίων υπαλλήλων που εξομοιώνονταν μισθολογικά με αυτούς (πλην των βουλευτών), πρόσθετες μισθολογικές παροχές (πέραν της γενικής αύξησης του βασικού μισθού) προς τους εκπαιδευτικούς καθώς και τους άνδρες της Αγροφυλακής και των Σωμάτων Ασφαλείας.
Πράγματι, ο Γ. Παπανδρέου θριάμβευσε στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964[6] θα ήταν δύσκολο, με τέτοιες εξαγγελίες, να μη θριαμβεύσει. Επιπλέον, μετά την οικονομική ανάπτυξη και τη στιβαρή διαχείριση του Καραμανλή, είχε και τα χρήματα για να τις κάνει, χωρίς να διακυβεύσει την πορεία της οικονομίας.
Αλλά η ελληνική Κεντροαριστερά γεννιόταν με μεγάλα προβλήματα – στην πράξη, σε μεγάλο βαθμό γεννιόταν αυτοαναιρεμένη. Δεν της έλειπαν τα στελέχη που θα μπορούσαν να εκπονήσουν ένα συνεκτικό πρόγραμμα. Ωστόσο το μείζον πρόβλημα της διατήρησης της χαλαρής της ενότητας και η ανάγκη της ηγεσίας για βραχυπρόθεσμη επίλυσή του δημιουργούσαν άλλες προτεραιότητες. Με τον τρόπο αυτόν, η Ένωσις Κέντρου δεν διέθετε θετική, στιβαρή σοσιαλδημοκρατική[7] (ή «αριστερή φιλελεύθερη») ταυτότητα. Βασιζόταν σε δύο στοιχεία: το αντιδεξιό σύνδρομο και την πολιτική των παροχών[8]. Δεν ήταν καλή βάση για το μέλλον της.
* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17 Απριλίου 2016
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο «δράστης» των υποσημειώσεων είμαι εγώ και συνεπώς ο συντάκτης του άρθρου και η εφημερίδα δεν έχουν καμία ευθύνη.
 


[1] Σε ηλικία άνω των 75 – γεννηθείς 1888 – και αφού ο Καραμανλής αρνήθηκε τη συνεργασία του μετά την πανωλεθρία του Κέντρου στις εκλογές του 1958.
[2] Δεν είχε τη δεδηλωμένη.
[3] Η διαμάχη Καραμανλή – Ανακτόρων είχε ξεκινήσει από τον προηγούμενο χρόνο με αφορμή την πρόθεση του Καραμανλή να προωθήσει ένα καινούργιο σύνταγμα που θα περιόριζε μεταξύ των άλλων τα Βασιλικά προνόμια. Αποκορύφωμα αποτέλεσε το «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο».
[4] Υπουργός Οικονομικών ο βασικός πρωταγωνιστής του «ανένδοτου» Κ. Μητσοτάκης. Ο τελευταίος θεωρούσε τον εαυτό του ως φυσικό διάδοχο του Πρωθυπουργού έχοντας και τη στήριξη του τύπου με κορυφαία την «Ελευθερία» του φίλου του Π. Κόκκα. Ο σιγουράντζας στην πραγματικότητα Αντρέας δεν είχε εμπλακεί ακόμα στην πολιτική, «καθότανε στ’ αυγά του».
[5] Ήταν στην ουσία το τέλος του «ενάρετου κύκλου» της Ελληνικής ανασυγκρότησης και η αφετηρία του κυβερνητικού εφαρμοσμένου λαϊκισμού.
[6] Μπαίνει στη σκηνή ως γκεστ σταρ ο Ανδρέας και σύντομα αναστατώνει το σύμπαν.
[7] Ποια «κατεύθυνση», ο ίδιος ο Παπανδρέου είχε εκλεγεί το 1952 με το Συναγερμό του Παπάγου και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Σ. Στεφανόπουλος ήταν το «δεξί χέρι» του Παπάγου από το 52 έως το 55.
[8] Εννοείται κυρίως στον «ιερό» σκοπό της νομής της εξουσίας.

Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016 02:00

Τουρκία: Επίσημη Αμφισβήτηση Αιγαίου

 
Πηγή: PoliceNet.grΑν σαν ενδιαφέρει αυτό το τεράστιο εθνικό ζήτημα, σας προτείνουμε να ακούσετε τη παρακάτω ομιλία του Στρατηγού και Επίτιμου Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, κυρίου Φ. Φραγκούλη. Η ομιλία είναι τις 15 Φεβρουαρίου του 2016 στη Σχολή Γονέων του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κατερίνης. Ο κύριος Φ. Φραγκούλης δίνει απαντήσεις σε όλα τα παραπάνω αλλά και σε πολλά ακόμα που βασανίζουν τη πατρίδα μας.
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
 


Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι σύνεδροι,                      
Κυρίες και κύριοι,
«Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας σε τελική ανάλυση ανάγονται σε ένα και μόνο πρόβλημα το πολιτικό».
Διατυπώθηκε το Νοέμβριο του 1974.
Το αίμα της Κύπρου ήταν ακόμα καυτό στην ψυχή μας και ο Αττίλας θρασύς και απειλητικός, στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στη Θράκη.
Οι συνταγματάρχες ακόμα συνωμοτούσαν και επιβουλεύονταν τη Δημοκρατία.

Το πολιτειακό ήταν σε εκκρεμότητα.
Σε τι αναφερόταν ο Εθνάρχης; Ασφαλώς στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας που, με αφετηρία τον εμφύλιο, οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου. Στις ομολογημένες ευθύνες της Αριστεράς για την πρόκληση του εμφυλίου και στις ευθύνες των επιγόνων του Βενιζέλου γιατί με την αρχομανία και τον αλληλοσπαραγμό τους δεν έδωσαν τον δεύτερο αναγκαίο υπεύθυνο αστικό πολιτικό φορέα που έχει ανάγκη η δημοκρατία για να λειτουργήσει.
Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η χώρα σε τελική ανάλυση αναγόταν σε ένα και μόνο, το πολιτικό. Το έλυσε και το 1980 η Ελλάδα γινόταν το 10ο μέλος της Ε.Ε.
Ταυτόχρονα όμως αποδείχθηκε πόσο δίκαιο είχε όταν, ενώ η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά και ο λαός απολάμβανε πρωτοφανείς συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας, οι εκλογές του 1981 έφεραν στην εξουσία με το συντριπτικό ποσοστό του 48% τον Α.Π.
Ήταν ο θρίαμβος του λαϊκισμού και της ανευθυνότητας.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι σαν το ταγκό. Χρειάζονται δύο για να το χορέψουν. Δεν αρκεί μόνο η ανεύθυνη και ανίκανη πολιτική ηγεσία.
Απαιτείται ταυτόχρονα και η πολιτική ανωριμότητα της κοινωνίας για να οδηγήσει τους λαϊκιστές και τους αμοραλιστές στην εξουσία.
Αυτά συνυπήρξαν δυστυχώς στην μεταπολίτευση. Το αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση του αριστερίστικου λαϊκισμού που με κύριο όχημα το ΠΑΣΟΚ και καθοδηγητή τον Α.Π. και η αποδόμηση της σύνεσης της νηφαλιότητας της υπευθυνότητας και εν τέλει της κοινής λογικής.
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Το 1985 ο Χαλικιάς εκλεκτός του Α.Π. Διοικητής της ΤΡ.ΕΛΛΑΔΟΣ χτύπησε την καμπάνα του άμεσου κινδύνου της χρεωκοπίας.
Το 1988 ο Α. Λάζαρης εκλεκτός και αυτός του Α.Π. πρώτος τσάρος της οικονομίας του έγραφε «Το κύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής πολιτικής ήταν η ραγδαία αύξηση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Μέσα σε οκτώ χρόνια ο συνολικός κρατικός προϋπολογισμός πενταπλασιάστηκε (από 625 δισ. δρχ. το 1981 σε 3,2 τρισεκατομμύρια το 1988). Και θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επέκταση αυτή έγινε σε συνθήκες οικονομικής στασιμότητας, αφού κατά την επταετία η αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος δεν ξεπερνά το 7% (δηλαδή 1% ετησίως)».
Στο ίδιο υπόμνημα σημείωνε:
Σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση φτάσαμε λόγω των ανεξέλεγκτων αυξήσεων των δημοσίων δαπανών κατά τα προηγούμενα χρόνια. Και το πρόβλημα τώρα είναι ότι δεν μπορούμε πια εύκολα να ελέγξουμε την κατάσταση, γιατί μπήκε ήδη σε λειτουργία ο αυτόματος πιλότος του δημοσίου χρέους και άλλων ανελαστικών κονδυλίων, που επηρεάζουν αυτόνομα τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού, ανεξάρτητα, δηλαδή, από την κυβερνητική βούληση».
Έτσι λοιπόν ενώ στο πηδάλιο της χώρας ήταν ο αυτόματος πιλότος του χρέους και των ανελαστικών – στην πλειονότητα κομματικών πελατειακών – δαπανών. Ο ανεύθυνος και αμοραλιστής ηγέτης έδινε το σύνθημα να αδειάσουν τα ταμεία, να μπουν και νέες υποθήκες στο μέλλον.
Τσοβόλα δώστα όλα.
Και σήμερα πληρώνουμε τον ετεροχρονισμένο και βαρύ λογαριασμό. Γιατί μπορεί και στη συνέχεια να έγιναν λάθη μικρότερα ή μεγαλύτερα. Υπήρξαν λάθη και παραλείψεις. Όμως το έγκλημα έγινε τότε.
Σε βάρος και της οικονομίας, των θεσμών και των κοινωνικών αξιών.
Όμως, όπως είπε ο ποιητής, θέλει «αρετήν και τόλμην η Ελευθερία».
Και η Δημοκρατία θα προσθέσω εγώ.
Την αρετή να μην θεωρείς την εξουσία αυτοσκοπό αλλά μέσο για να υπηρετήσεις την κοινωνία, το Έθνος, την πατρίδα. Την αρετή να αντιμετωπίζεις τους ψηφοφόρους ως ώριμους πολίτες που δικαιούνται και οφείλουν με πλήρη και αντικειμενική ενημέρωση να συμμετέχουν ισότιμα στα κοινά.
Την αρετή να μην τους μεταχειρίζεσαι σαν χειραγωγούμενη με εξαρτημένα ανακλαστικά μάζα ή να τους ευτελίζεις μετατρέποντάς τους σε προσωπικούς ή κομματικούς «πελάτες».
Την τόλμη να λες δυσάρεστες αλήθειες, να παίρνεις δύσκολες αποφάσεις για το κοινό καλό αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος.
Οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ήταν ανεπαρκής και η αρετή και η τόλμη.
Και γι’ αυτό τελικά δεν αποφύγαμε την οδύνη της κρίσης.
Το ευτύχημα είναι ότι έστω και την τελευταία στιγμή η πλειοψηφία των ψηφοφόρων λειτούργησαν με τη συνείδηση του πολίτη.
Κάνοντας υπερβάσεις που έσωσαν την χώρα από την άτακτη χρεωκοπία πριν από ένα χρόνο. Και στη συνέχεια η Ν.Δ. με την συμπαράταξη των δύο άλλων κομμάτων ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ σχημάτισαν την κυβέρνηση που ανέλαβε το βαρύ και δύσκολο έργο της εθνικής ανασύνταξης.
Στο χρόνο που πέρασε έγιναν πολλά. Αλλά απαιτείται να γίνουν πολλά περισσότερα.
Και στο επίπεδο των θεσμών. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί το πολιτικό πρόβλημα που βρίσκεται στη ρίζα όλων των άλλων προβλημάτων.
Πρέπει να αντιμετωπιστούν ζητήματα όπως η συνταγματική ρύθμιση του σταθερού χρόνου των εκλογών, η σταθεροποίηση του εκλογικού συστήματος, το ασυμβίβαστο μεταξύ της βουλευτικής και της υπουργικής ιδιότητας, ενδεχομένως το κώλυμα εκλογιμότητας όσων ασκούν εκτελεστική εξουσία.
Απαιτείται πριν απ’ όλα η επαναοριοθέτηση των σχέσεων μεταξύ της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής εξουσίας. Απαιτείται δηλαδή ο περιορισμός των θέσεων ευθύνης οι οποίες εκ των πραγμάτων καταλήγουν να έχουν πολιτικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες.
Η αποκατάσταση της ουσιαστικής λειτουργίας του κράτους και της δημόσιας διοίκησης με τη θέσπιση μόνιμης ιεραρχίας μέχρι και το βαθμό του εκτελεστικού Γενικού Γραμματέα, η απελευθέρωση της εκπαίδευσης, για να μπορέσει να αναπτύξει τις δημιουργικές της δυνατότητες.
Είναι σαφές ότι αυτό που είναι αναγκαίο εδώ και δεκαετίες στη χώρα είναι ένας «Καλλικράτης» για τη δημόσια διοίκηση.
Είναι απόλυτα αναγκαίο το πολιτικό προσωπικό, να πάψει να αναλώνεται με τη διαχείριση και την εκμετάλλευση ενός αναποτελεσματικού δυσλειτουργικού και ευθυνόφοβου κράτους.
Να ασχοληθεί ουσιαστικά και αποφασιστικά με τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου λειτουργίας, που θα καταργεί τον τερατώδη λαβύρινθο της συχνά ασαφούς, αντιφατικής και στις περισσότερες περιπτώσεις αντιπαραγωγικής νομοθεσίας, η οποία τροφοδοτεί το «Μινώταυρο» της γραφειοκρατίας.
Ένα θεσμικό πλαίσιο που θα αναδεικνύει το κοινωνικό συμφέρον ως πρωταρχικό κριτήριο χρηστής διαχείρισης, προωθώντας και πριμοδοτώντας ταυτόχρονα τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία.
Πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους. Προϋπόθεση για να ξεφύγουμε από την κρίση και το τέλμα είναι να αποκτήσουμε επιτέλους ένα σύγχρονο, δυναμικό, αποτελεσματικό κράτος. Διαφορετικά οι νόμοι και οι αποφάσεις θα μένουν στις βιβλιοθήκες και στα συρτάρια. Και θα εξακολουθήσουμε να είμαστε μια άναρχη κοινωνία που πιο πολύ θα θυμίζει χώρα της εγγύς ανατολής παρά το εδώ και 33 χρόνια 10ο ισότιμο μέλος της Ε.Ε.
Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να κινηθούμε με ταχύτητα και αποφασιστικότητα. Διαφορετικά και οι τελευταίοι πολίτες που επιμένουν να διατηρούν την νηφαλιότητα και τη λογική τους θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια να σταματήσουν την καταστροφική επιδρομή των πολιτικών άκρων.
Ο πρωθυπουργός έχει αποδείξει ότι έχει τη βούληση και τη δύναμη. Μένει να αξιοποιηθούν όλες οι δημιουργικές δυνατότητες και δυνάμεις που διαθέτει ο τόπος με μοναδικούς στόχους το εθνικό και το κοινωνικό συμφέρον και μοναδικά κριτήρια το ήθος την ικανότητα και τη βούληση.
Ελπίζω οι εκλογές να γίνουν σε 3 χρόνια. Και το 2016 να επανασυνδεθεί η χώρα με την πορεία που ανακόπηκε το 1981 από το πολιτικά ανώριμο εκλογικό σώμα και τον χωρίς όρια και ηθικούς φραγμούς αριστερίστικο λαϊκισμό του Α.Π.
 
Αντώνης Αντωνάκος
Αντιπρόεδρος Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
Ομιλία στο 9ο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας
28-30 Ιουνίου 2013
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016 02:21

Παλιές ιστορίες, ή μήπως όχι.

 


Η Ιστορία επαναλαμβάνεται με εξοργιστική συνέπεια αποδεικνύοντας ότι αλλάζουν τα πρόσωπα όχι τα μυαλά.
Παλιές συνήθειες που δεν κόβονται.
 
«Αθήνα 30 Μαΐου 2000
 
 
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ
 
Εδώ και μια εικοσαετία μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση που αφήνει τη Ν.Δ. στην αντιπολίτευση αλλάζουμε οργανωτικά σχήματα ή ηγεσίες. Αναζητάμε τη λύση του προβλήματος όχι με πολιτικούς όρους αλλά με την αγωνία είτε του αρχηγού-Μεσσία, είτε της οργανωτικής δομής που θα μας οδηγήσουν στην εκλογική επιτυχία. Αγνοούμε
έτσι ότι στις ιδιαίτερες σημερινές συγκυρίες η πολιτική δράση είναι αποτελεσματική όταν επιτυγχάνεται η ενεργοποίηση του συνόλου του κομματικού μηχανισμού σε μια πολιτική μάχη που δεν εξελίσσεται μόνο κατά την προεκλογική περίοδο και δεν περιορίζεται βέβαια ούτε επικεντρώνεται στις μάχες της εικόνας και των πρόσκαιρων εντυπώσεων οι οποίες ασφαλώς έχουν την αξία τους, αλλά η επίδρασή τους είναι προσωρινή αφού όταν δεν βασίζονται σε ισχυρές και ευδιάκριτες πολιτικές θέσεις στερούνται παντελώς πολλαπλασιαστικής δυναμικής.
Είναι σαφές βέβαια ότι τα κομματικά στελέχη και οι κομματικές οργανώσεις δεν μπορούν να μεταφέρουν και να αναπαράγουν την εικόνα. Αυτό που μπορούν να αναπαράγουν και να προωθήσουν στην κοινωνία είναι οι πολιτικές θέσεις και το πρόγραμμα. Λέγεται από ορισμένες πλευρές ότι σήμερα η πολιτική είναι στο περιθώριο και ότι οι πολίτες αδιαφορούν ή, ακόμα χειρότερα, αποστρέφονται την πολιτική. Με τον ίδιο τρόπο σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό αποστρέφονται την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή τον συνδικαλισμό. Καλλιεργείται δηλαδή γενικά, και εν μέρει επιτυχώς, η αποστροφή της κοινωνίας εναντίον κάθε μορφής συλλογικότητας. Επομένως και σε τελική ανάλυση καλλιεργείται η αυτοαπόρριψη της κοινωνίας αφού η συλλογικότητα αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό της.
Έτσι διαμορφώνονται πολίτες για τους οποίους η Θράκη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι πολύ μακριά και η Κύπρος ακόμα μακρύτερα. Έτσι διαμορφώνονται πολίτες για τους οποίους ο άνεργος της διπλανής πόρτας είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη μοίρα του. Έτσι διαμορφώνονται πολίτες για τους οποίους όσοι ενδιαφέρονται για τα εθνικά θέματα, για τα κοινωνικά ζητήματα, την ανεργία, την παιδεία, την υγεία, όσοι δηλαδή ασχολούνται με τη συλλογικότητα σε οποιαδήποτε μορφή της είναι ύποπτοι ή το λιγότερο περίεργοι ή ενοχλητικοί που δεν τους αφήνουν να συνεχίσουν να ασχολούνται ανενόχλητοι με το καταναλωτικό τους πάθος ή να απολαύσουν την ολοκληρωτική τους παράδοση στις δυνάμεις της κοινωνικής και πολιτισμικής παρακμής.
 
Η ομογενοποίηση του εκλογικού σώματος και η κατάργηση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων με το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού σημαίνει ασφαλώς ότι πρέπει να αλλάξουμε την πολιτική μας. Σημαίνει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από πολιτικά φορτία τα οποία στην εποχή τους είχαν την αξία τους αλλά που είναι καιρός να αποσυρθούν από την καθημερινή πολιτική σκηνή παραμένοντας εκεί που ανήκουν, δηλαδή στα ιστορικά συγγράμματα. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να μιλάμε λιγότερο για την ουσία και τα χαρακτηριστικά της δικής μας ιδεολογίας που δικαιώθηκε. Απλώς, θα πρέπει επιτέλους και για πρώτη φορά να ξεφύγουμε από το εξώφυλλο του βιβλίου και να κατανοήσουμε το περιεχόμενό του. Γιατί ασφαλώς δεν είναι μόνο καιρός επιτέλους να κάνουμε πράξη αυτό που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε πει αμέσως μετά την μεταπολίτευση -να εγκαταλείψουμε δηλαδή τα τεχνητά χαρακώματα που δημιουργούν οι οριοθετήσεις «αριστερός», «δεξιός»- αλλά, πολύ περισσότερο, να αποκτήσει για μας περιεχόμενο και ενιαία σημασία η πολιτική μας ταυτότητα.
Με αυτή την έννοια, ο αυτοπροσδιορισμός του πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού, ο πολιτικός και κοινωνικός προσδιορισμός του μεσαίου χώρου ή όπως αλλιώς θελήσουμε να ονομάσουμε αυτό το οποίο θέλουμε να είμαστε δεν μπορεί να ξεκινά από το όνομα ούτε βεβαίως να μένει μόνο σε αυτό. Γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο λάβαρο μιας ακόμα χαμένης μάχης.
Αυτό που επιχειρώ να τονίσω είναι ότι σε κάθε περίπτωση, για ό,τι συμβαίνει από τη μεταπολίτευση και μετά, δεν ευθύνονται τα πρόσωπα ούτε οι δομές, δεν ευθύνονται ούτε τα ιδεολογικά και πολιτικά μας λάβαρα. Αυτό που ευθύνεται είναι το μεγάλο, το τεράστιο έλλειμμα στην πολιτική λειτουργία του κόμματος μας και για αυτό το έλλειμμα ευθύνεται η έλλειψη ουσιαστικής συμμετοχής στις εσωκομματικές μας λειτουργίες. Μπορεί τυπικά, ιδιαίτερα μετά το Συνέδριο του ’97, η πυραμίδα να είναι πλήρης και οικοδομημένη όπως θα έπρεπε, από τη βάση προς την κορυφή, όμως στην ουσία σε επίπεδο πολιτικής λειτουργίας υπάρχει μόνο η κορυφή της πυραμίδας η οποία δίνει μια άνιση μάχη αφού ο αντίπαλος είναι αρτιμελής. Η βάση της πυραμίδας, η βάση του κόμματος, το μικρομεσαίο στελεχιακό δυναμικό επιχειρεί τις περισσότερες φορές επιτυχώς να ανταποκριθεί στο ρόλο που του επιφυλάσσεται. Να συγκροτεί δηλαδή το διεκπεραιωτικό μηχανισμό ουσιαστικά μη πολιτικών δράσεων όπως είναι η εξεύρεση εκλογικών αντιπροσώπων και η στήριξη των πολιτικών συγκεντρώσεων. Αλλά, τελικά αυτό είναι το ζητούμενο;
Το δεύτερο σημείο στο οποίο εστιάζονται τα διαχρονικά προβλήματα του κόμματος είναι ο πολιτικός απομονωτισμός της Ν.Δ. εξαιτίας της απόλυτα επιτυχημένης πολιτικής των τεχνητών διαχωριστικών γραμμών που άσκησε το ΠΑΣΟΚ από το 1974 και μετά. Ο πολιτικός εγκλωβισμός των ψηφοφόρων που αρνιόντουσαν να ψηφίσουν «Δεξιά», δηλαδή Ν.Δ. χωρίς καμία πολιτική και ιδεολογική τεκμηρίωση, ενώ φυσιολογικά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο προσωπικός τους αξιακός κώδικας θα έπρεπε σταθερά να τους τοποθετεί στο δικό μας παραταξιακό χώρο, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να λειτουργεί. Είναι σαφές λοιπόν ότι σε δύο άξονες θα πρέπει να κινηθεί η στρατηγική μας αφού δύο είναι οι βασικές αδυναμίες στις οποίες οφείλεται η όποια αναποτελεσματικότητα της πολιτικής μας δράσης. Ο πρώτος άξονας είναι η πλήρης και οριστική κατεδάφιση των τεχνητών τειχών, η οριστική άρση του πολιτικού αποκλεισμού και του εγκλωβισμού μας σε ιδεολογήματα του παρελθόντος τα οποία διεγείρουν εξαρτημένα ανακλαστικά περιορίζοντας την εκλογική μας εμβέλεια. Η αναζήτηση πολιτικών σηματοδοτήσεων οι οποίες θα οδηγούν στην ανεμπόδιστη πρόσβασή μας στη συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι αναγκαία. Εκείνο που προέχει όμως είναι η ανάδειξη των επιμέρους στοιχείων του αξιακού μας κώδικα.
Πρέπει δηλαδή επιτέλους και για πρώτη φορά αντί να σείουμε αυτάρεσκα τα ιδεολογικά μας λάβαρα, αδυνατώντας να δώσουμε στον ελληνικό λαό την εικόνα της πολιτικής που αντιπροσωπεύουν να εστιάσουμε τις προσπάθειες μας στην ανάδειξη αυτής της πολιτικής και του συστήματος αρχών και αξιών από το οποίο πηγάζει.
Ο δεύτερος άξονας στον οποίο πρέπει να κατευθύνουμε τη δράση μας είναι ταυτόχρονα και η άρση της δεύτερης διαρθρωτικής αδυναμίας η οποία ενδημεί στην παράταξή μας από την ημέρα της ίδρυσής της. Η αναφορά είναι στο έλλειμμα πολιτικής λειτουργίας της οργάνωσης το οποίο την καθιστά αναποτελεσματική. Είναι δεδομένο ότι η αρχική αντίληψη για περιορισμένη λειτουργία του κόμματος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με την αντιγραφή των οργανωτικών δομών των άλλων κομμάτων και σταδιακά με τις αλλαγές που προωθούσαμε οδηγηθήκαμε στη σημερινή οργανωτική δομή του κόμματος η οποία παρά το ότι τυπικά μπορεί να θεωρηθεί πλήρης και σύγχρονη, ουσιαστικά ελάχιστη επαφή έχει με τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. Αυτό, κατά κύριο λόγο, οφείλεται στους πολιτικούς συσχετισμούς που υφίστανται ανάμεσα στο κόμμα και την κοινοβουλευτική ομάδα και είναι θέμα μιας βαθύτατα εμποτισμένης νοοτροπίας τόσο στους βουλευτές όσο και στα στελέχη και στην κομματική βάση. Η μη πολιτική λειτουργία των κομματικών οργανώσεων χαρακτηρίζεται από τη μη συμμετοχή τους στον πολιτικό και προγραμματικό διάλογο περιοριζόμενη σε μια επιφανειακή συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες που αφορούν τα διάφορα κομματικά όργανα η οποία προσφέρει το άλλοθι της δημοκρατικής λειτουργίας χωρίς ωστόσο στην πραγματικότητα να προωθεί τις λειτουργίες της συμμετοχής και της συλλογικότητας χωρίς τις οποίες οι κομματικές οργανώσεις παραμένουν σχήματα κενά πολιτικού περιεχομένου και συνεπώς αναποτελεσματικά.
Κανέναν λοιπόν δεν θα πρέπει να ξενίζει η πελατειακή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στις οργανώσεις και τους υποψήφιους βουλευτές από τη στιγμή που οι οργανώσεις αποστερούμενες πολιτικού περιεχομένου και πολιτικής λειτουργίας εντάσσονται αποκλειστικά στο παιχνίδι της εξουσίας και της προσδοκώμενης νομής της. Είναι φυσιολογικό να σπεύδουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε υποψήφιους για τους οποίους εκτιμούν ότι την επαύριο των εκλογών θα κατέχουν κυβερνητικά πόστα, θα έχουν δηλαδή στη διάθεσή τους την πίτα και το μαχαίρι που την κόβει. Το παράδοξο είναι ότι ενώ όλα τα παραπάνω είναι προφανέστατα για οποιονδήποτε έχει ασχοληθεί έστω και ελάχιστα με την πολιτική, εμείς ως τώρα δεν έχουμε κατορθώσει να τα αντιμετωπίσουμε. Είναι σαφές ότι ενόψει του Έκτακτου αλλά και του τακτικού Συνεδρίου του κόμματος, δημιουργείται μια ακόμα χρυσή ευκαιρία να αλλάξουμε ριζικά αυτήν την κατάσταση. Αρκεί, συνειδητοποιώντας αυτή την αναγκαιότητα να εντάξουμε τις όποιες οργανωτικές αλλαγές. Θα προωθήσουμε στο στόχο της αλλαγής των συσχετισμών στο εσωτερικό του κόμματος, ούτως ώστε αυτό να αποκτήσει ουσιαστική πολιτική οντότητα.
Αυτό βεβαίως προϋποθέτει πέρα από τις οργανωτικές αλλαγές, αλλαγή νοοτροπίας και ιεραρχήσεων. Και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να υιοθετήσουμε απόψεις για περιθωριοποίηση του κόμματος οι οποίες βασίζονται σε ξένα πρότυπα τα οποία δεν βρίσκουν το αντίστοιχό τους στην ελληνική πραγματικότητα. Όπως, για παράδειγμα, στην Αμερική όπου η εκλογική αναμέτρηση εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τους υποψήφιους Προέδρους και την επικοινωνιακή τους πολιτική. Γιατί τα πολιτικά ανακλαστικά των Ελλήνων είναι, για την ώρα τουλάχιστον, εντελώς διαφορετικά. Γιατί στην Ελλάδα η Ν.Δ. έχει απέναντί της έναν αποτελεσματικό κομματικό μηχανισμό ενώ στην Αμερική οι δύο κομματικοί μηχανισμοί είναι περίπου στην ίδια κατάσταση και, τέλος, γιατί στην Ελλάδα το παιχνίδι των ΜΜΕ είναι τελείως διαφορετικό.
 
Στα επιμέρους ζητήματα και συγκεκριμένα στις ερωτήσεις που έχει θέσει η Επιτροπή σας υπάρχουν οι εξής παρατηρήσεις:
   
    1. Πρόγραμμα: Η επίδραση του προγράμματος δεν κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική λόγω του επιφανειακού του χαρακτήρα και της μη ουσιαστικής συμμετοχής των οργανώσεων στη διαμόρφωσή του. Το τελευταίο στοιχείο κρίνεται ως απολύτως αναγκαίο γιατί έτσι εξασφαλίζεται μεγαλύτερη πληρότητα, αποφεύγονται λάθη, αποκτάται ενιαίος πολιτικός λόγος σε όλα τα επίπεδα και δημιουργείται ένας μεγάλος αριθμός πολλαπλασιαστών οι οποίοι μέσα από τα περιφερειακά ΜΜΕ και τις κοινωνικές οργανώσεις προβάλλουν τις θέσεις του κόμματος ξεπερνώντας έτσι και τον πολιτικό αποκλεισμό που μας έχουν επιβάλει τα κεντρικά ΜΜΕ. Η καθυστερημένη ανακοίνωση του προγράμματος δημιουργεί προβλήματα, για παράδειγμα η θέση μας για κατάργηση των εξετάσεων της Β Λυκείου η οποία ενώ έχει εξαγγελθεί αρκετά πριν από τις εκλογές δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση αφού σχεδόν σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορούσε μέχρι και τις εκλογές και προεκλογικό έντυπο που έλεγε ότι οι μαθητές θα δώσουν σε περιορισμένο αριθμό μαθημάτων προκαλώντας σύγχυση.
   
    2. Οργάνωση: Οι αδυναμίες της οργάνωσης είναι διαχρονικές και τα αίτιά τους αναλύθηκαν στο εισαγωγικό σημείωμα. Οι αδυναμίες αυτές οφείλονται εν μέρει και στο οργανωτικό σχήμα αλλά κυρίως οφείλονται στο έλλειμμα πολιτικής λειτουργίας των οργανώσεων γι΄ αυτό και οι όποιες οργανωτικές αλλαγές θα έχουν νόημα και ουσιαστικό αποτέλεσμα μόνο στο βαθμό που θα προωθήσουν αυτή την πολιτική λειτουργία αλλάζοντας τους εσωκομματικούς πολιτικούς συσχετισμούς.
   
    3. Μ.Μ.Ε.: Ο ρόλος τους ήταν καταλυτικός. Είναι δεδομένο ότι αν τα ΜΜΕ δεν επιχειρούσαν συστηματικά να χειραγωγήσουν το εκλογικό σώμα προς όφελος του κ. Σημίτη, το εκλογικό αποτέλεσμα θα ήταν εντελώς διαφορετικό. Κατά την άποψή μου το ότι δεν δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στην συστηματική και τεκμηριωμένη ανάδειξη και καταγγελία αυτής της λειτουργίας των ΜΜΕ ήταν λάθος.
   
    4. Επικοινωνιακή Πολιτική: Η πολιτική παρουσία του Προέδρου ήταν αψεγάδιαστη. Η δυνατότητα που του δόθηκε κατά την προεκλογική περίοδο να παρουσιάσει τον πολιτικό του λόγο μέσα από την τηλεόραση είχε καταλυτική επίδραση στο εκλογικό σώμα και ανέδειξε την ηγετική του φυσιογνωμία.
   
    5. Στελεχιακό δυναμικό: Μια από τις πάγιες αδυναμίες (που είναι ετερογενείς και γι αυτό δεν είναι δυνατή η μεμονωμένη διόρθωση τους) είναι η μη αξιοποίηση όλου του στελεχιακού δυναμικού. Η σύνθεση των ψηφοδελτίων σε ορισμένες τουλάχιστον περιοχές (π.χ. Β’ Αθηνών, Β’ Πειραιά) είχε σημαντικές αδυναμίες.
 
    6. Ιδεολογία: Παρά τη μετακίνηση του ΠΑΣΟΚ σε επίπεδο κυβερνητικής πρακτικής αλλά και θέσεων σε δικές μας θέσεις είναι σαφές ότι εξακολουθούν να λειτουργούν τα αυτοματοποιημένα αντανακλαστικά (αντιδεξιά σύνδρομα) που δημιουργήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Η προσπάθεια του Προέδρου και της επικοινωνιακής πολιτικής να δημιουργήσει ρήγματα στις τεχνητές διαχωριστικές γραμμές είχαν εν μέρει θετικά αποτελέσματα. Η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί και να γίνει με πιο συστηματικό τρόπο στα πλαίσια μιας στρατηγικής την οποία θα πρέπει να κληθούν να υλοποιήσουν το σύνολο των στελεχών και του κομματικού μηχανισμού.
 
    7. ΠΑΣΟΚ: Οι μεγαλύτερες αδυναμίες του ΠΑΣΟΚ ανάγονται στην πολιτική του στα εθνικά και κοινωνικά θέματα ενώ τη μεγαλύτερη δύναμή του αποτελούν η κυριαρχία στα ΜΜΕ και ο κομματικός κρατικός μηχανισμός.
 
 

Α. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

Γραμματέας Συνδικαλισμού Ν.Δ.»
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
 
Είναι το σύμβολο της σοφίας και της εξυπνάδας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι χάνουν σε δύναμη και μαχητικότητα.
Το εντυπωσιακό  ντοκιμαντέρ του BBC για τις κουκουβάγιες, είναι αποκαλυπτικό για τις… υπερδυνάμεις που διαθέτουν.
Στο βίντεο φαίνεται αρχικά πως η κουκουβάγια, χρησιμοποιεί το πλεονέκτημα να απογειώνεται κάθετα και προστατεύει τα μικρά της από αρκτικά θαλασσοπούλια και στη συνέχεια την έκπληξη που δέχεται μία αγέλη λύκων που επιχειρεί να βρουν το γεύμα τους στη φωλιά της κουκουβάγιας.
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
Άφορμη για… έμπνευση αποτέλεσε για κάποιους η πρόταση του Βέλγου Σκηνοθέτη Γιάν Φάμπρ και αποφάσισαν να προτείνουν την Ελληνική version του Τζίμη Πανούση που στην τελική… αναδεικνύει το πιό διάσημο “ελληνικό σπόρ”…
Δείτε το βίντεο:
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
φοτο1
  Βήμα βήμα προχωρεί με προκλητικό τρόπο το τουρκικό ισλαμικό καθεστώς στην σταδιακή μετατροπή της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης, το κορυφαίο αρχιτεκτονικό δημιούργημα της ανατολικής Χριστιανοσύνης, σε μουσουλμανικό τόπο λατρείας.
Η νέα σοβαρή τουρκική πρόκληση στην Αγία Σοφία παρουσία του Τούρκου πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτολγου και του θρησκευτικού ηγέτη της Τουρκίας, Mehmet Görmez, είναι τα εγκαίνια μέσα στον ναό μιας ισλαμικής θρησκευτικής έκθεσης με την ιερή μουσουλμανική ονομασία «Ask-ı Nebi», τελώντας παράλληλα και παρουσία εκατοντάδων επισκεπτών και μια χαρακτηριστική μουσουλμανική τελετή.
Η έκθεση αυτή προβάλλει διάφορα μουσουλμανικά σύμβολα με κύριο στόχο να καταδείξει τον ισλαμικό χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας και όπως αναφέρεται, στα εγκαίνια της προσκλήθηκαν και παραβρεθήκαν και ισλαμικοί παράγοντες από τα Βαλκάνια όπως και ο εκπρόσωπος της μουσουλμανικής βοσνιακής κυβέρνησης, Denis Zvizdiç.
Η νέα αυτή τουρκική πρόκληση είναι στα πλαίσια του μεγάλου σχεδίου της ισλαμικής κυβέρνησης της Τουρκίας να θέσει προ τετελεσμένων την μετατροπή της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης σε μουσουλμανικό τέμενος, ανταποκρινόμενη στις υποσχέσεις που έχει δώσει γι’ αυτόν τον σκοπό στους οπαδούς της.
  
Εμείς, ας… μείνουμε απαθείς να παρακολουθούμε τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις. Μάλιστα!
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
www.nikosxeiladakis.gr
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
 
Μεταμόρφωσε το δωμάτιό τους σε ένα καταπληκτικό δεντρόσπιτο, γεμάτο μυστικές κρυψώνες και ονειρική διακόσμηση. Το μόνο που έλειπε ήταν το ηλιακό μας σύστημα ζωγραφισμένο στην οροφή, σύντομα όμως θα προστεθεί και αυτό.
Η αλήθεια είναι πως ζηλέψαμε αρκετά όταν είδαμε το παρακάτω βίντεο… Δε βλέπεις πολλά  δεντρόσπιτα στην Ελλάδα (ακόμα και εσωτερικού χώρου) και αυτό είναι κρίμα!
Κατηγορία Άρθρα & Απόψεις
ΈναρξηΠροηγούμενο12ΕπόμενοΤέλος
Σελίδα 1 από 2

Εκπαιδευτικά Νέα