Newsletter

Συμπληρώστε το e-mail σας και διαβάστε το καθημερινό newsletter από το dictyo.gr
  
  
  

 

 

 

 

 eef dioikisi kai epikoinonia

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το site των αμοιβαίων μεταθέσεων

 


 

 


Άρθρα & Απόψεις (920)


 

96080
ΜΕΓΑΛΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΟ: Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ ( ΕΜΙΝΕ ) ΕΙΝΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ! ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΤΙ ΑΥΤΟ;;; ΔΕΙΤΕ ΑΔΙΑΨΕΥΣΤΕΣ ΦΩΤΟ ΕΔΩ…

Στις 26 Αυγο

ύστου του 2013 η σύζυγος του Ερντογάν, η Εμινέ Ερντογαν, είχε σκανδαλίσει την τουρκική επικαιρότητα γιατί είχε πάει σε ελληνορθόδοξη εκκλησία και

είχε ανάψει ένα κερί, μεγάλη αμαρτία για το Ισλάμ, ενώ προσευχήθηκε και παρακολούθησε και θεια λειτουργία. Πολλοί την κατηγόρησαν τότε για κρυπτοχριστ

ιανή, αλλά επίσημα ερμήνευσαν αυτή την κίνηση σαν έκφραση της απωθημένης ανάγκης χιλιάδων Τούρκων να πηγαίνουν σε χριστιανικές εκκλησιές για να προσευχηθούν.

Και όμως είναι πραγματικότητα είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν να το παραδεχτούν οι φανατικοί Ισλαμιστές, ότι στην σημερινή μουσουλμανική Τουρκία όπου αρχίζει και επιβάλλεται σταδιακά η Σαρία, παρατηρείται το εκπληκτικό φαινόμενο μουσουλμάνοι Τούρκοι να καταφεύγουν σε ελληνορθόδοξες εκκλησιές για να λύσουν τα προβλήματα τους, συνήθως προβλήματα υγείας και όχι μόνο.

dimitros

Όσο και αν αυτό ακούγεται πρωτοφανές, υπάρχει και έρευνα που αποκαλύπτει σε ποιες εκκλησίες προσέρχονται εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες Τούρκοι, για να προσευχηθούν και να κάνουν κάποια ευχή για κάποια αρρώστια ή για κάποιο πρόβλημα που τους απασςχολει.

%ce%b1ayin-biri-kilisesi

 

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο τίτλος αυτής της έρευνας : «Hangi kiliseye hangi umutla gidiyorlar», δηλαδή, «Σε ποια εκκλησία με ποια ελπίδα πηγαίνουν», οι Τούρκοι και οι Τουρκάλες προτιμούν στην ευρύτερη περιοχή της Κωνσταντινούπολης να πηγαίνουν σε κάποιες ελληνορθόδοξες εκκλησίες να πουν τον πόνο τους ,να προσευχηθούν για το πρόβλημα τους και να κάνουν μια ευχή στην Παναγία, ή στον Άγιο της ελληνορθόδοξης εκκλησίας να τους βρει κάποια λύση, να τους θεραπεύσει και να τους ανακουφίσει από τα βάσανα τους.

Πρώτη και πιο γνωστή σε αυτό τον πραγματικά εκπληκτικό κατάλογο προβάλει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά στην Πρίγκηππο, η οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή για το μαζικό προσκύνημα των Τούρκων κάθε χρόνο στο μεγάλο πανηγύρι του Αγίου στις 23 Απριλίου.

ayin-biri-kilisesi-anahtarlar

Εκτός όμως από τον Άγιο Γεώργιο της Πρίγκηππου, οι Τούρκοι προσέρχονται και σε άλλες ελληνορθόδοξες ρωμαίικες εκκλησίες για να προσευχηθούν. Έτσι σύμφωνα πάντα με το αφιέρωμα της τουρκικής εφημερίδας, στην ρωμαίικη εκκλησία του Αγίου Δημήτριου του Kuruçeşme, πηγαίνουν όσοι έχουν πρόβλημα με την φωνή τους, οι δυσλεκτικοί, ακόμα και οι μουγγοί για να προσευχηθούν να ξαναβρούν την χαμένη τους φωνή. Η εκκλησία τέλει θεια λειτουργία κάθε Παρασκευή στις 9 π.μ. και παρουσιάζει το καταπληκτικό φαινόμενο να περιμένουν οι Τούρκοι στην ουρά για να πιουν από το αγίασμα που υπάρχει εκεί και να κάνουν ευχή στον Άγιο.

Νίκος Χειλαδάκης  nikosxeiladakis.gr



Γενικά
Κατά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν κυρίως αμυντικός αφού το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών τμημάτων είχε αξιοποιηθεί στο μέτωπο της Μακεδονίας. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης η Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητάει ανακωχή λόγω όμως του ότι τα Ιωάννινα δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί η ελληνική πλευρά δέχεται να συμμετάσχει στις συζητήσεις ειρήνης ξεκαθαρίζοντας ότι μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εμπόλεμη
κατάσταση.
Ο Στρατός της Ηπείρου κατά την έναρξη του πολέμου αν και ολιγάριθμος ξεκίνησε να επιχειρεί εναντίον του Τούρκικου στρατού και αρχικά σημείωσε σπουδαίες νίκες καταλαμβάνοντας την Πρέβεζα με την βοήθεια του ελληνικού στόλου (21 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 1912) και κάμπτοντας την αντίσταση του Τουρκικού Στρατού στη μάχη στα Πέντε Πηγάδια. Θεωρητικά πλέον ο δρόμος για την κατάληψη των Ιωαννίνων είχε ανοίξει.
Υπήρχαν όμως τεράστιες δυσκολίες που κώλυαν την επίθεση για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων διότι πέρα από την αριθμητική τους υπεροχή οι Τούρκοι είχαν μετακινηθεί στο Μπιζάνι που όπως
αναφέρουν οι ιστορικοί ήταν «ισχυρώς οχυρωμένον». Αυτές οι δυσχέρειες σε συνδυασμό με το δριμύ ψύχος και την έλλειψη εφοδίων είχαν καθηλώσει τον ελληνικό στρατό σε αμυντική θέση.
Μετά την σταθεροποίηση του Μακεδονικού Μετώπου ο κύριος όγκος του στρατού Θεσσαλίας κατεβαίνει για να ενισχύσει το στρατό Ηπείρου. Την αρχιστρατηγία αναλαμβάνει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Το σχέδιο το οποίο εκπονήθηκε ήταν η επίθεση «δι ελιγμού» και ενώ το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση από δεξιά, το Στρατηγείο εσκεμμένα άρχισε να διασπείρει την είδηση ότι η επίθεση θα γινόταν από την αριστερή πλευρά. Η επιτυχία του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την ικανότητα του πυροβολικού οδηγούν στη πτώση του Μπιζανίου.
Λόγω της πτώσης του Μπιζανίου ο διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς αναγκάσθηκε να στείλει απεσταλμένους για παράδοση της πόλης. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και η παράδοση της πόλης ορίσθηκε για τις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Υπεγράφη και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Το υπέγραφε ο διοικητής της οχυρωμένης τοποθεσίας Τούρκος αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης και οι Έλληνες λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός.
ioannina
Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. 
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι.Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.
Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.
Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.
Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής. Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.
Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.Η Οχυρή Τοποθεσία των Ιωαννίνων Το υψίπεδο Ιωαννίνων έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέγιστο μήκος 40 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και μέγιστο πλάτος 22 χιλιόμετρα. Το μέσο υψος του από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 500 περίπου μέτρα και στο κέντρο του βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη καθώς και η πόλη των Ιωαννίνων. Περιβάλλεται από υψηλούς, απότομους και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους με την οροσειρά Μιτσικέλι προς τα βορειοανατολικά, τα υψώματα του Δρίσκου προς τα ανατολικά, την Αετοράχη και το όρος Τόμαρος (Ολίτσικας) προς τα νότια και τις λοφοσειρές Χιντζηρέλου και Μεγάλη Τσουκα προς τα δυτικά.
Ενδιάμεσα υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα Δουρουτι, Μανολιάσα, Αυγό, Μπιζάνι και Καστρίτσα.
Το χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ και οι χιονοπτώσεις πολλές, η δε ομίχλη είναι συνήθης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παρατήρηση.
Το οδικό δίκτυο κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ φτωχό. Υπήρχε Λόνο η σκυρόστρωτη οδός Άρτα—Φιλιππιάδα—Ιωάννινα—Ελαία, καθώς και μερικές δευτερεύουσες (καροποίητες) ορεινές οδοί μικρής αποδόσεως.
Η φύσει οχυρή αυτή τοποθεσία των Ιωαννίνων είχε οργανωθεί από τον καιρό της ειρήνης με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα, που είχαν κατασκευαστεί με την ευθύνη του Διοικητή Πυροβολικού του Φρουρίου των Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη και με την επίβλεψη γερμανικής στρατιωτικής αποστολής, υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς. Διάφορα πρόχειρα έργα εκστρατείας (πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κ.λ.π.) συμπλήρωναν και βελτίωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πνκνό τηλεφωνικό δίκτυο, για την άνετη εξασφάλιση των επικοινωνιών.Το βάρος της οχυρώσεως είχε δοθεί στο νότιο τομέα και ιδιαίτερα στα υψώματα της Μανολιάσας (Μεγάλη Ράχη, Προφήτης Ηλίας, Καστρί), Αυγού και Μπιζανίου (Μικρό, Μεγάλο Μπιζάνι) για την απαγόρευση του άξονα Άρτα—Ιωάννινα και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου των Ιωαννίνων από την κατεύθυνση αυτή, από όπου προβλεπόταν και η μεγαλύτερη απειλή σε περίπτωση πολέμου της Τουρκίας με την Ελλάδα.Μεταφορά Νέων Ενισχύσεων στην ΉπειροΜετά την απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών για την άμεση ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου με τις IV και VI Μεραρχίες, άρχισε από τις 12 Δεκεμβρίου η θαλάσσια μεταφορά των μεραρχιών αυτών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα.
Πρώτη μεταφέρθηκε η IV Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 228 αξιωματικών, 10.068 οπλιτών και 2.300 κτηνών. Η Μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση της κατευθύνθηκε στη Φιλιππιάδα, που είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως. Εκεί συμπληρώθηκε σε προσωπικό, υλικό και τρόφιμα και στη συνέχεια προωθήθηκε προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο χώρο Χάνι Εμίν Αγά—χ. Πέρδικα, όπου έφτασε στις 20 Δεκεμβρίου.
Ακολούθησε η VI Μεραρχία που βρισκόταν στην Κορυτσά. Η μεταφορά και αυτής έγινε θαλασσίως από τη Θεσσαλονίκη, γιατί η οδική κίνηση της μέσω Καστοριάς—Μετσόβου, όπως αρχικά είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών, κρίθηκε από το Γενικό Στρατηγείο ασύμφορη και επικίνδυνη.
Η VI Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 7.400 αντρών, 1.800 κτηνών και 110 οχημάτων, άρχισε την επιβίβαση της στις 22 Δεκεμβρίου σε 18 ατμόπλοια και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου είχε αποβιβαστεί στην Πρέβεζα, όπου οι μονάδες της συμπληρώθηκαν από επιστράτους που είχαν φτάσει εκεί από το εσωτερικό. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13 Ιανουαρίου η Μεραρχία, με διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου, μεταστάθμευσε στο άκρο δεξιό της διατάξεως του Στρατού Ηπείρου, στην περιοχή των χωριών Κορίτιανη—Πλαίσια—Καλέντζι.Εκτός από αυτές τις δύο μεραρχίες, στις 29 Δεκεμβρίου, έφτασε στην Πρέβεζα προερχόμενο από τη Χίο και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της II Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου), υπό το Συνταγματάρχη Πεζικού Δελαγραμμάτικα Νικόλαο, που αποτελούνταν από 4 τάγματα Πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες Κρουπ, συνολικής δυνάμεως 28 αξιωματικών και 4.475 οπλιτών.Μέχρι τις 5 Ιανουαρίου το Απόσπασμα αυτό είχε προωθηθεί στο χ. Μυροδάφνη ως γενική εφεδρεία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα προωθήθηκε στο Χάνι Εμίν
Αγά και στην Κανέτα σημαντικός αριθμός πεδινών και βαρέων πυροβόλων.
Από τα πλεονάσματα εξάλλου των επιστράτων, που είχαν διατεθεί για τη συμπλήρωση του προσωπικού των μονάδων, συγκροτήθηκε ένα ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, με αποστολή να εξασφαλίσει τον κάτω ρου του Αχέροντα ποταμού σε συνεργασία με τα εκεί εθελοντικά τμήματα Προσκόπων.Γεγονότα και Επιχειρήσεις από 11 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1913 Στις 10 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος έφτασε και εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο, καθώς και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων. Το πρωί της επομένης ο Αρχιστράτηγος συναντήθηκε στο ύψ. Κανέτα με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων του Στρατού Ηπείρου.
Για τη διατήρηση των δυνάμεων ακμαίων, διέταξε τις μεραρχίες να εξασφαλίσουν στα τμήματα τους την αναγκαία ανάπαυση, τηρώντας στις προφυλακές τους μόνο τις απαραίτητες δυνάμεις, οι οποίες και να εναλλάσσονται.
Στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως η Μεραρχία Ηπείρου μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία και τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού (VI και VIII Μεραρχίες) ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης.
Το Απόσπασμα Χίου τέθηκε υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας και το Ανεξάρτητο Τάγμα διατέθηκε στη II Μεραρχία.Ο Υποστράτηγος Μοσχόπουλος επανήλθε στη διοίκηση της IV Μεραρχίας και ο Υποστράτηγος Καλλάρης στη διοίκηση της II Μεραρχίας.Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου, από την ίλη Ιππικού που βρισκόταν στην Ήπειρο και δύο ακόμη ίλες που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Ιανουαρίου. Οι μεραρχίες παρέμειναν στις θέσεις τους, με εξαίρεση την προώθηση ενός τάγματος της IV Μεραρχίας στην παρυφή του χωριού Μανολιάσα μέχρι το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου, ύστερα από αγώνα και με σημαντικές απώλειες.
Στις 17 Ιανουαρίου το Γενικό Στρατηγείο, μετά από σχετική έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, διέταξε την αποστράτευση όλων των εθελοντικών σωμάτων, εκτός από αυτά που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του Ολίτσικα, γιατί η παρουσία τους μετά τη σημαντική ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου δεν κρινόταν απαραίτητη. Επιπλέον, επειδή τα σώματα αυτά δεν ήταν πλήρως οργανωμένα στρατιωτικώς και εκπαιδευμένα, είχαν παρουσιάσει αυξημένες απώλειες καθώς και κρούσματα απειθαρχίας, ιδίως σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Οι άντρες, αφού παρέδιναν τον οπλισμό τους στους επικεφαλής αξιωματικούς τους, θα επανέρχονταν στις εστίες τους.
Την ίδια ημέρα επίσης ο Αρχιστράτηγος έστειλε προσωπική επιστολή στον Αρχηγό των τουρκικών δυνάμεων Ιωαννίνων Εσσάτ Πασά, με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού άλλωστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την έναρξη της Συνδια-σκέψεως στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από τα εδάφη μεταξύ της Αδριατικής και της Θράκης. Ο στρατός που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα θα ήταν ελεύθερος να μεταφερθεί σε τόπο κοινής αποφάσεως με τον οπλισμό και τα εφόδια του. Η απάντηση του Εσσάτ Πασά δόθηκε μετά από δύο ημέρες και ήταν αρνητική.
Επακολούθησε άμεση ενημέρωση της Κυβερνήσεως και εντατική μεταφορά και συγκέντρωση πυρομαχικών και τροφίμων για τη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων. Επίσης έγιναν διευθετήσεις στο ορεινό οδικό δίκτυο και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι για τις ανάγκες του πεδινού πυροβολικού. Ο καιρός στο μεταξύ χειροτέρευσε και πυκνό χιόνι κάλυψε την περιοχή, ενώ συχνά η ομίχλη δυσχέραινε την παρατήρηση και οι άντρες υπέφεραν από το δριμύ ψύχος. Το Απόσπασμα Μετσόβου, που είχε από τις 11 Ιανουαρίου προωθήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του στη γραμμή των χωριών Γότιστα—Δεμάτι—Ιτιά—Τρίστενο—Γρεβενίτι, διατάχθηκε στις 25 Ιανουαρίου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, ώστε να έχει ετοιμότητα επιθέσεως για την κατάληψη του Δρίσκου και, σε ευνοϊκές συνθήκες, να συνεχίσει την προέλαση του προς τα νότια της λίμνης Ιωαννίνων.Στις 6 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το μέτωπο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος για να σχηματίσει από κοντά σαφή εικόνα της εκεί καταστάσεως και επιπλέον να συνεννοηθεί προσωπικά με τον Αρχιστράτηγο και να καθορίσουν από κοινού με ποιό τρόπο οι παραπέρα στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα το εθνικό συμφέρον.Ο Πρωθυπουργός μετά τη Φιλιππιάδα, όπου ήταν το Γενικό Στρατηγείο, συνοδευόμενος από τον Αρχιστράτηγο επισκέφθηκε τον τομέα του μετώπου στο Μπιζάνι και στη συνέχεια αναχώρησε για την Πρέβεζα, προκειμένου να επιστρέψει στην Αθήνα. Στις 9 Φεβρουαρίου, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε γενικές οδηγίες προς όλες τις μονάδες για την έγκαιρη μελέτη και προπαρασκευή της επικείμενης επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η κύρια προσπάθεια θα κατευθυνόταν προς τον τομέα Μπιζάνι—Κουτσελιό—Καστρίτσα και θα αναλαμβανόταν από τις II, VI, VIII Μεραρχίες και το Απόσπασμα Μετσόβου, με ταυτόχρονη δευτερεύουσα ενέργεια από το Απόσπασμα Ολίτσικα και την IV Μεραρχία προς τα υψώματα Άγιος Νικόλαος και Μανολιάσα αντίστοιχα.
Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με προέλαση της III Μεραρχίας και Αποσπάσματος της V Μεραρχίας από την Κορυτσά και τη Φούρκα προς τα νότια.
Στο μεταξύ στις 8 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Καλαμπάκα, προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, το 4ο Σύνταγμα Πεζικού της I Μεραρχίας. Ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Παπακυριαζής Ιωάννης, έλαβε εντολή από το Γενικό Στρατηγείο να συγκροτήσει Μικτή Ταξιαρχία από το 4ο Σύνταγμα, το πρώην Απόσπασμα Μήτσα που βρισκόταν στο Μέτσοβο, ένα τάγμα που είχε σταλεί από το εσωτερικό και μια ταχυβόλο πυροβολαρχία, με σκοπό να
διανοίξει τη διάβαση Δρίσκου και να συνδράμει στη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων, καταλαμβάνοντας την Καστρίτσα.Από τις 15 Φεβρουαρίου η Ταξιαρχία αυτή τέθηκε στη διάθεση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει το Μέτσοβο με μικρό τμήμα, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις της, αφού εκκαθαρίσει την περιοχή, να περάσει τον Άραχθο και να επιτεθεί κατά των τουρκικών δυνάμεων στα χωριά Δαφνούλα και Δρίσκος και να συνδεθεί με το Τμήμα Στρατιάς Δεξιού. Με άλλη διαταγή συγκροτήθηκε γενική εφεδρεία από το 15ο Σύνταγμα Πεζικού, το Ιο Σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα του 17ου Συντάγματος, η οποία συγκεντρώθηκε στα χωριά Αετοράχη και Ελληνικό.Στις 12 Φεβρουαρίου, εξάλλου, αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα μία μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (των δύο πυροβολαρχιών), προερχόμενη από τη θεσσαλονίκη και διατέθηκε στο Διοικητή Πυροβολικού Στρατιάς. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν εντατικά με τη συμπλήρωση της αμυντικής τους οργανώσεως, κυρίως στο Οχυρό Μπιζάνι και στην περιοχή του χωριού Κουτσελιό.
ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΖΑΝΙΟΥ
Η Μάχη του Μπιζανίου (16-22 Φεβρουαρίου 1913), υπήρξε η σημαντικότερη σύγκρουση κατά τον Α” Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου. Η τοποθεσία Μπιζάνι με τις γειτονικές τοποθεσίες νότια των Ιωαννίνων, αποτέλεσε σημαντικό φυσικό σημείο άμυνας και το επέλεξαν οι Τούρκοι για να καθηλώσουν τον ελληνικό στρατό. Με τον κυκλωτικό ελιγμό όμως, που τελικά κατάφεραν οι Έλληνες, ανάγκασαν τον αντίπαλο σε άμεση παράδοση. Η νίκη στο Μπιζάνι αποτέλεσε το κλειδί για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, καθώς και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.
Τοποθεσία Το υψίπεδο νοτίως των Ιωαννίνων είναι πεταλοειδές και από τη φύση του οχυρό: σχηματίζεται από βραχώδη και δυσπρόσιτα υψώματα που το περιβάλλουν. Στην τοποθεσία είχαν κατασκευασθεί μόνιμα οχυρωματικά έργα με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών, που είχαν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.Σχέδιο μάχης Το σχέδιο του τουρκικού επιτελείου προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και κυρίως στα υψώματα Μπιζάνι και Καστρίτσα. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Εσσάτ Πασάς είχε στην διάθεσή του 4 μεραρχίες.
Ο ελληνικός στρατός Ηπείρου με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αποτελούνταν από 4 μεραρχίες, 1 ταξιαρχία και ένα σύνταγμα πεζικού. Το σχέδιο της επίθεσης ήταν σχετικά ριψοκίνδυνο: προέβλεπε την ευρεία υπερκέραση (κύκλωση) από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και την άμεση κατάληψη των Ιωαννίνων. Ταυτόχρονα, θα γίνονταν επιθέσεις στον κεντρικό και τον ανατολικό τομέα του μετώπου, με σκοπό την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των τουρκικών δυνάμεων .
Μάχη
Στις 19 φεβρουαρίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παραπλάνησης, με βολές πυροβολικού και επιθέσεις μονάδων πεζικού, από το Α’ τμήμα της ελληνικής Στρατιάς, στον τομέα Μπιζάνι-Κουτσελιό-Καστρίτσα. Το Β’ τμήμα της Στρατιάς συγκεντρώθηκε με μυστικότητα απέναντι από τον τομέα Μανωλιάσσα-Άγιος Νικόλαος-Τσούκα. Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας, το Β’ τμήμα Στρατιάς εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Με μια τολμηρή και βαθιά εισχώρηση στον δυτικό τομέα των επιχειρήσεων το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, μαζί με το 9ο Τάγμα υπό τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, κατάφερε να φτάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη.
Η είδηση ότι ο ελληνικός στρατός έφτασε έξω από τα Ιωάννινα, ταυτόχρονα καθιστούσε αδύνατη την υποχώρηση των Τούρκων και δημιούργησε πανικό στην διοίκηση του τουρκικού στρατού που ήταν εγκατεστημένη στην πόλη. Οι εύζωνες είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας έτσι την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της. Με αυτές τις συνθήκες, στις 23.00 της ίδιας μέρας ο Εσσάτ Πασάς έστειλε πρόταση παράδοσης του τουρκικού στρατού, καθώς δεν γνώριζε ότι στο Μπιζάνι και τον υπόλοιπο ανατολικό τομέα οι τουρκικές δυνάμεις διατηρούσαν ακέραιες τις θέσεις τους.
Απολογισμός 
Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με την αποδόχη της πρότασης παράδοσης, το Σύνταγμα Ιππικού της Στρατιάς Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα.
Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά την μάχη, ανήλθαν σε 264 νεκρούς και τραυματίες. Η αποφασιστική αυτή νίκη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων και της Βόρειας Ηπείρου.
Πρόσθετες Πληροφορίες 
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων πέθανε ο Ολυμπιονίκης Κωνσταντίνος Τσικλητήρας
(10 Φεβρουαρίου 1910 στην Αθήνα). Παρόλο που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω των αθλητικών του διακρίσεων, αρνήθηκε και κατατάχτηκε εθελοντικά στο στράτευμα.
Οι Μανιάτες και η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας Μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

Παρ” όλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.
Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.
Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.
Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου. Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.
Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθιά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.
Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.
Επίλογος
Η ιστορία δε γράφεται απλά για να γράφεται, γράφεται για να διδάσκει. Και διδάσκει γιατί επαναλαμβάνεται, όχι μέσα από την ομοιότητα αλλά μέσα από την αναλογία των καταστάσεων. Μόνο τότε η ιστορική γνώση μετουσιώνεται σε κληρονομιά της ανθρωπότητας, ως ασφαλής οδηγός για την πρόβλεψη και τη διάγνωση των εξελίξεων, για την αποφυγή των λαθών και την πρόκριση των σωστών επιλογών (άλλο αν ο σύγχρονος άνθρωπος λειτουργεί ως ιδανικός αυτόχειρας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…). Και ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της ιστορίας είναι ότι κανένα ιστορικό γεγονός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, ως μεμονωμένη ημερομηνία και τοπωνύμιο, αλλά στενά συνυφασμένο με το κλίμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εντάσσεται και η οποία ουσιαστικά το διαμορφώνει και το προκαλεί. Μέσα από αυτό το πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων θα πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί και η απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913.
Η Ελλάδα του 1912 είχε κατορθώσει, σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, να μη θυμίζει σε τίποτα την ατιμασμένη χώρα του 1897, που γλίτωσε την απόλυτη καταστροφή λόγω της επέλασης του τουρκικού στρατού, ο οποίος έφθασε ανενόχλητος έως τη Λαμία, μόνο χάρις στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι οικονομικές εξελίξεις, το ενδιαφέρον των ομογενών και η μετατροπή του ελληνικού κράτους- για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία του το 1830- σε εθνικό κέντρο δημιούργησαν νέες προοπτικές. Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 908) αποκατέστησε το κλονισμένο κύρος του στρατεύματος, ενώ το κίνημα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στο Γουδί φανέρωσε ότι οι επιθετικές ιδέες για τον εκσυγχρονισμό και την εθνική αποκατάσταση έβρισκαν απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις. Απέναντι στον παλαιοκομματικό πολιτικό κόσμο πρόβαλαν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, που ενσαρκώθηκαν στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου.Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη μεθοδική αναδιοργάνωση του στρατεύματος από το 1906 – 1907, τότε αναμφισβήτητα έχουμε το μέτρο μιας νέας εποχής. Οι ένοπλες δυνάμεις έγιναν ιδιαίτερα αξιόπιστες. Μέσα σε λίγα χρόνια ο στρατός ξηράς απέκτησε σύγχρονο πυροβολικό, υλικό στρατοπέδευσης, επικοινωνιών και μηχανικού, εξαρτύσεις, επαναληπτικά τουφέκια Μάνλιχερ και πολυβόλα. Οργανώθηκε σε μεραρχιακή βάση και η εκπαίδευσή του εναρμονίστηκε με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στο ναυτικό επίσης έπνευσε άνεμος εκσυγχρονισμού. Στα τρία απαρχαιωμένα τρικουπικά θωρηκτά προστέθηκαν, από το 1904 και μετά, τέσσερα μεγάλα και δέκα μικρά αντιτορπιλικά, υποβρύχιο και προπαντός το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ». Σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εκπαίδευσης των αξιωματικών, ο στόλος μετατράπηκε σε πολύτιμο εργαλείο διπλωματίας του πολέμου.
Η χώρα λοιπόν εμφανίζεται να έχει τη θέληση αλλά και εν πολλοίς πλέον και τα μέσα να μετάσχει στις αλλαγές που διαδραματίζονται στο γείτονα χώρο της. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ακόμα σε θέση να αναμετρηθεί μόνη της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντίθετα, είχε πολλά να προσφέρει σε ένα ευρύτερο βαλκανικό συνασπισμό ενάντια στο μεγάλο κοινό εχθρό, αποτελούμενο από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, χώρες με κοινά αλλά και αντικρουόμενα συμφέροντα. Η απαγόρευση των τουρκικών θαλάσσιων μεταφορών ήταν το καίριο διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας στη συμμαχία αυτή.
Τα σύννεφα που συσσωρεύονταν πάνω από τη Βαλκανική, με την έξαρση των εθνικιστικών κινημάτων των λαών της, με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν την αναταραχή στην περιοχή, με την εσωτερική κρίση του οθωμανικού κράτους κυρίως λόγω της δυναμικής ανάδειξης του κινήματος των Νεοτούρκων, οδηγούσαν σε ολοένα μεγαλύτερη κλιμάκωση, τόσο σε βαλκανικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και επιτάχυναν τις διαβουλεύσεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών.
Στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων συνέβαλε αποφασιστικά και η ευνοϊκή συγκυρία του ιταλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει το Σεπτέμβριο του 1911 και είχε λήξει πέντε μήνες αργότερα με την κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, εξασθενώντας σημαντικά τις στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών. Τα προβλήματα του εχθρού ερμηνεύθηκαν ως ιστορική ευκαιρία στις βαλκανικές πρωτεύουσες και οδήγησαν στη άμεση σύναψη επιμέρους συμφώνων για τη συνένωση των βαλκανικών κρατών ενάντια στην Κωνσταντινούπολη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα έντονο πολεμικό δυναμικό που ονομάστηκε από τον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής εκείνης «έβδομη μεγάλη δύναμις».
Όπως ήταν αναμενόμενο, η σύσταση της συμμαχίας αυτής προκάλεσε την ανησυχία και την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων, που έβλεπαν τα συμφέροντά τους στην περιοχή να θίγονται. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το ταυτόχρονο διάβημα που οι Μεγάλες Δυνάμεις επέδωσαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 1912 προς την Αθήνα, τη Σόφια, το Βελιγράδι και την Κετίγκη (πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου) δηλώνοντας ότι δε θα επέτρεπαν οποιαδήποτε εδαφική μεταβολή στο βαλκανικό χώρο.
Τίποτα όμως πλέον δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει το έργο της απελευθέρωσης της βαλκανικής χερσονήσου από την τουρκική κυριαρχία. Στις 8 Οκτωβρίου το Μαυροβούνιο κήρυξε πρώτο τον πόλεμο, μετά την αρνητική απάντηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να προβεί σε νέα διαρρύθμιση των συνόρων των δύο κρατών, ενώ λίγες μέρες προηγουμένως η Βουλγαρία ειδοποιούσε την Ελλάδα ότι, μετά την τουρκική επιστράτευση στη Θράκη (26 Σεπτεμβρίου), αποφάσισε να δράσει ένοπλα σε συνεργασία με τη Σερβία και καλούσε την κυβέρνηση της Αθήνας να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις.
Στις 13 Οκτωβρίου οι πρεσβευτές της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προέβησαν σε κοινή διακοίνωση προς την Πύλη, με την οποία ζητούσαν, εκτός από την ανάκληση της επιστράτευσης, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, την επικύρωση της αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την αναλογική αντιπροσώπευσή τους στο τουρκικό κοινοβούλιο, την αναγνώριση των σχολείων των χριστιανικών κοινοτήτων ως ισοτίμων με τα οθωμανικά, το διορισμό χριστιανών σε δημόσια αξιώματα κα.
Η διακοίνωση αυτή θεωρήθηκε από την Πύλη ως «θρασεία απόπειρα επεμβάσεως εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της αυτοκρατορίας και αναξία απαντήσεως» και, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε. Στις 17 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακαλούσε τους πρεσβευτές της από τις πρωτεύουσες των συμμάχων, που την ίδια ημέρα κήρυσσαν τον πόλεμο εναντίον της. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος είχε ξεσπάσει!
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, οι προοπτικές είχαν διαμορφωθεί ιδιαίτερα ευνοϊκές για την Ελλάδα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διασκορπίσει τις ήδη καταπονημένες της δυνάμεις σε πολλά μέτωπα. Το κυριότερο από αυτά βρισκόταν πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα, στη Θράκη, όπου η προέλαση του ισχυρού βουλγαρικού στρατού (350.000 άνδρες) απειλούσε την Κωνσταντινούπολη. Το μέτωπο της Θεσσαλίας ήταν το πλέον απόμακρο της τουρκικής διάταξης και οι μονάδες που το υπεράσπιζαν ήταν αδύναμες.
Ο ενθουσιασμός επέτρεψε τη γρήγορη επιστράτευση του ελληνικού στρατού, αποδίδοντας μάλιστα πολύ περισσότερους άνδρες από όσους μπορούσε η χώρα να εξοπλίσει. Η συγκρότηση του στρατού απέδωσε ένα αξιοπρεπές εκστρατευτικό σώμα: επτά μεραρχίες πεζικού, μία ταξιαρχία ιππικού, 100.000 άνδρες με 120 πυροβόλα εκστρατείας, 54 πυροβόλα θέσεων και 70 πολυβόλα προς τη Μακεδονία, συν άλλους 15.000 άνδρες προς την Ήπειρο. Τα σχέδια προέβλεπαν σε πρώτη φάση γρήγορη προέλαση στο μακεδονικό μέτωπο, ώστε να αποκτηθούν όσο το δυνατό μεγαλύτερα εδαφικά πλεονεκτήματα σε αμφισβητούμενες από τους συμμάχους περιοχές με απώτερο σκοπό τη Θεσσαλονίκη, το λιμάνι της οποίας ήταν απαραίτητο ως κέντρο ανεφοδιασμού σε συνδυασμό με το διπλωματικό κέρδος που μια τέτοια επιτυχία θα απέφερε.Για να μην επεκταθούμε, όμως, περαιτέρω σε αλλότρια προς το θέμα μας πολεμικά γεγονότα, ας σημειώσουμε απλά ότι η πρώτη φάση του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου θα ολοκληρωθεί, παρά τις μεγάλες απώλειες στο ελληνικό στράτευμα, επιτυχώς τελικά με την παράδοση στις 26 Οκτωβρίου 1912 της Θεσσαλονίκης από τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταξίν Πασά στους Έλληνες. Μια επιτυχία που στην ουσία όμως προοιώνιζε δεινά για το άμεσο μέλλον (ο φόβος αυτός θα επαληθευτεί δυστυχώς πολύ σύντομα με την κήρυξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου), καθώς η ίδια περιοχή διεκδικείτο και από τους συμμάχους Βούλγαρους.
Στην ανακωχή που υπογράφηκε στην Τσατάλτζα ανάμεσα σε Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία από τη μία πλευρά και Τουρκία από την άλλη, στις 20 Νοεμβρίου 1912 (διήρκεσε μόνο ως τις 5 Ιανουαρίου 1913, λόγω της βίαιης αντίδρασης που γνώρισε στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το κίνημα των Νεοτούρκων η προώθηση σχεδίου ειρήνης από τις Μεγάλες Δυνάμεις) η Ελλάδα δεν συμμετείχε, καθώς εκκρεμούσε η υπόθεση της κατάληψης των Ιωαννίνων.Έως τότε, το μέτωπο αυτό είχε παραμεληθεί από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Οι δυνάμεις εκεί είχαν και μεγάλο ποσοστό εθελοντικών ή και ημιατάκτων μονάδων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική προέλαση πραγματοποίησε μικρές προόδους ως το τέλος Νοεμβρίου (έχοντας αποφέρει την κατάληψη της Πρέβεζας, της πεδιάδας της Άρτας και των εισόδων των στενών οδών που οδηγούσαν στην κοιλάδα των Ιωαννίνων), οπότε και καθηλώθηκε μπροστά από την οχυρωμένη περίμετρο των Ιωαννίνων νοτίως του Μπιζανίου.
Η στασιμότητα αυτή έκρυβε πλήθος από διπλωματικές απειλές. Η υπόθεση της ανεξαρτησίας της αποκομμένης πλέον από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Αλβανίας προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς στο διπλωματικό πεδίο. Τα Ιωάννινα, η ιδιαίτερη ιστορική σημασία και στρατηγική θέση των οποίων ανήγαν την κατάληψη της πόλης σε μείζον εθνικό θέμα, διέτρεχαν τον ορατό κίνδυνο να συμπεριληφθούν στο νέο επωαζόμενο κράτος. Μπροστά σε αυτή τη δυσοίωνη προοπτική, οι προτεραιότητες άλλαξαν και στην περιοχή μεταφέρθηκε ισχυρή ελληνική δύναμη.Τα Ιωάννινα το φθινόπωρο του 1912 αποτελούσαν οχυρά περιοχή, όχι βέβαια με την σύγχρονη έννοια του φρουρίου, αλλά πάντως έχοντα κάθε άλλο παρά προσπελάσιμη οχύρωση. Η οχύρωση είχε αρχίσει να εκτελείται πολύ πριν από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων σύμφωνα με τις υποδείξεις του Γερμανού οργανωτή του οθωμανικού στρατού φον Γκολτς, τελειοποιήθηκε και επεκτάθηκε όμως στη διάρκεια του πολέμου από τον αρχηγού του πυροβολικού Ηπείρου αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη. Η τεχνητή προστασία της πόλης δεν περιοριζόταν στον αυτό καθεαυτό χώρο των Ιωαννίνων αλλά επεκτεινόταν περιφερικώς σε ακτίνα 6 – 10 χιλιόμετρα και σχημάτιζε περίμετρο αναπτύξεως γύρω στα 70 χιλιόμετρα.
Η σοβαρότερη οχύρωση ήταν αυτή του Μπιζανίου, γύρω από το οποίο οργανώθηκε η τουρκική αντίσταση, καθώς από το σημείο αυτό αναμενόταν και η μετωπική ελληνική επίθεση. Αντίθετα στα δυτικά και νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων δεν εκτελέσθηκαν ισχυρά οχυρωματικά έργα, λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του χώρου. Στην πραγματικότητα, στον παράγοντα αυτό, στη δύσβατη δηλαδή γεωφυσική διαμόρφωση έγκειτο σε μεγάλο βαθμό και ουσιαστική αμυντική αξία της περιοχής, καθώς το υψίπεδο των Ιωαννίνων περιβάλλεται από όλες τις κατευθύνσεις από όρη και υψώματα, πρόσφορα για την κάλυψή του.
Όσον αφορά το βαρύ πολεμικό υλικό των Οθωμανών, στην περιοχή των Ιωαννίνων ήταν εγκατεστημένα γύρω στα 110 πυροβόλα, αλλά ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά ήταν ελλιπέστατος. Η δε κινητή στρατιωτική άμυνα, υπό τις διαταγές του Εσσάτ Πασά, αποτελείτο από δύο μεραρχίες πολύ μικρής δύναμης και από μερικά συντάγματα επιτόπιων εθνοφρουρών οπλισμένων με τουφέκια παλαιού τύπου, καθώς και από μία ίλη ιππικού, στο σύνολό τους 20.000 άνδρες.
Στις δυνάμεις αυτές προστέθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, μετά την πτώση του Μοναστηρίου και 15.000 άνδρες, υπό την αρχηγία του Ζεκή Πασά, που οργανώθηκαν σε τέσσερις μεραρχίες πολύ μικρής ισχύος και σχεδόν χωρίς πυροβολικό. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η ανυπαρξία σχεδίου άμυνας των Ιωαννίνων, καθώς η τουρκική διοίκηση της πόλης βρισκόταν αποκομμένη από την Κωνσταντινούπολη, λόγω της επέλασης των συμμάχων από όλες τις κατευθύνσεις.
Από την άλλη πλευρά, ως τα τέλη Νοεμβρίου οι ελληνικές επιχειρήσεις στο μέτωπο της Ηπείρου διεξάγονταν, υπό τις διαταγές του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη, από μία μεραρχία. Τη χρονική εκείνη στιγμή κρίθηκε σκόπιμη η ενίσχυση του από άλλες τρεις μεραρχίες, από ένα σύνταγμα ιππικού και από αρκετό βαρύ πυροβολικό.Παρά την άσχημη κατάσταση του τουρκικού στρατεύματος, με τις ασθένειες να μειώνουν το αριθμό των μαχητών και το ηθικό να είναι κλονισμένο, ως τα μέσα Ιανουαρίου 1913 οι επιθέσεις του ελληνικού στρατού, αν και ήταν ορμητικότατες και αιματηρότατες, απέβησαν ουσιαστικά άκαρπες, αποφέροντας μια ελάχιστη προώθηση προς Βορρά. Αιτία αποτελούσε το γεγονός ότι ο χώρος των επιχειρήσεων κάθε φορά άλλαζε, αλλά το σχέδιο παρέμενε το ίδιο, δηλαδή μετωπική επίθεση, προσκρούοντας στο οχυρό του Μπιζανίου.Η εξέλιξη αυτή, κάτω και από την πίεση του βουλγαρικού κινδύνου στο μέτωπο της Μακεδονίας, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να αναθέσει και την αρχηγία του στρατού Ηπείρου στο διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος μετέβη στην Ήπειρο στις 17 Ιανουαρίου 1913. Πραγματοποιήθηκαν διάφορες μεταβολές και εντάθηκε η προσπάθεια για τον προσπορισμό πληροφοριών σε σχέση με τις ενέργειες του εχθρού, ο οποίος συγκέντρωνε δυνάμεις προς το νότιο και το ανατολικό, απογυμνώνοντας έτσι το δυτικό μέτωπο.
Με βάση τις πληροφορίες αυτές επινοήθηκε αιφνιδιαστικό σχέδιο κατάληψης της πόλης των Ιωαννίνων. Για την ευόδωση του σχεδίου αυτού έπρεπε πρώτα να περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία το Μπιζάνι, κάτι που θα επιτυγχάνετο όμως όχι με τη μορφή μετωπικών επιθέσεων αλλά με την περικύκλωση και την απομόνωσή του από την πόλη των Ιωαννίνων. Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση κατά του Μπιζανίου από το δυτικό μέτωπο, αφ’ ενός διότι προς την κατεύθυνση αυτή κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, αφ’ ετέρου διότι τα υψώματα του δυτικού μετώπου δε συνδέονται με το Μπιζάνι. Όρος απαραίτητος για την επιτυχία της επιχείρησης ήταν η αιφνιδιαστική εκτέλεσή της, προκειμένου να μη υποπέσει έγκαιρα στην αντίληψή του τουρκικού αρχηγείου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της πλευρικής αυτής εισβολής.
Για το λόγο αυτό τηρήθηκε μεγάλη μυστικότητα και η προετοιμασία συγκέντρωσης των στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα μέσα σε ένα διήμερο, στις 16 και 17 Φεβρουαρίου. Συγχρόνως διετάχθησαν η 3η μεραρχία και το απόσπασμα της 5ης μεραρχίας, που παρέμεναν στο Λιασκοβίκι από το τέλος της επιχείρησης της Κορυτσάς, να προχωρήσουν προς την Κόνιτσα και τη Φούρκα, ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ελληνικής δράσης και από την κατεύθυνση του Βορρά και να αποσπάσουν την προσοχή των Οθωμανών, αλλά και μακροπρόθεσμα να παρεμποδίσουν την τουρκική υποχώρηση και φυγή. Το ελληνικό στρατηγείο, παράλληλα, διέδωσε την παραπλανητική είδηση ότι θα αποβιβαζόταν στους Αγίους Σαράντα μια ελληνική μεραρχία.
Η διάδοση αυτή, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, έγινε πιστευτή από την τουρκική ηγεσία, που βεβαιώθηκε απατηλώς ότι η ελληνική επίθεση θα γινόταν από τα βόρεια και βορειοδυτικά, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί το τουρκικό στρατιωτικό σώμα που είχε εγκατασταθεί στο Δέλβινο και να μην προστρέξει στην υπεράσπιση των Ιωαννίνων.
Αφού κατά την 16η και 17η Φεβρουαρίου συγκεντρώθηκαν οι διάφορες μονάδες στους κατάλληλους τόπους εξόρμησης, επακολούθησε η επίθεση, που πραγματοποιήθηκε σε δύο χρονικές περιόδους. Κατά την πρώτη, στις 18 Φεβρουαρίου, έγινε η προετοιμασία, ώστε τη χαραυγή της 19ης Φεβρουαρίου να βρίσκονται οι φάλαγγες της αριστερής πτέρυγας του ελληνικού στρατεύματος στις θέσεις Βοδίβιτσα – Άγιος Νικόλαος – Σαδόβιτσα, έτοιμες να στραφούν προς ανατολάς. Κατά τη δεύτερη φάση, εκτελέσθηκε η επίθεση, με κατεύθυνση κάθετη προς το δυτικό μέτωπο της οχυράς περιοχής των Ιωαννίνων.
Από το χάραμα της 19 ης, το πυροβολικό εξαπέλυσε σφοδρότατο βομβαρδισμό κατά των τουρκικών οχυρών του νότιου και ανατολικού τομέα, κατά τον οποίο ερρίφθησαν πάνω από 12.000 βλήματα, ενώ από την 8η πρωινή ακολούθησε γενική ακάθεκτη επίθεση από ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα προς τη δυτική γραμμή άμυνας των Οθωμανών. Την ίδια στιγμή η δεξιά πτέρυγα και το κέντρο του ελληνικό στρατού άρχισαν να επιτίθενται κατά του νότιου και του ανατολικού τουρκικού μετώπου, με αποτέλεσμα ο εκεί συγκεντρωμένος τουρκικός στρατός να συγκρατείται καθηλωμένος και να αδυνατεί να αποσπάσει την παραμικρή έστω δύναμη για την ενίσχυση του καταρρέοντος δυτικού μετώπου.
Τα τουρκικά οχυρά του δυτικού μετώπου άρχισαν να καταλαμβάνονται το ένα μετά το άλλο από τους Έλληνες και ο τουρκικός στρατός άρχισε να υποχωρεί προς τα Ιωάννινα. Οι Έλληνες τον κατεδίωξαν κατά πόδας, προβαίνοντας και στη καταστροφή των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών συρμάτων μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων, ώστε το Μπιζάνι να καταστεί εντελώς απομονωμένο, καθώς ο ελληνικός στρατός είχε βρεθεί στα νώτα του. Το απόγευμα της 19ης Φεβρουαρίου δόθηκε η διαταγή να συνεχιστεί η επίθεση και κατά την επερχόμενη νύχτα αλλά και κατά την επόμενη ημέρα, ώστε να επέλθει πλήρως η περικύκλωση του εχθρού.
Μπροστά στο φάσμα της διαγραφόμενης πανωλεθρίας, ο Εσσάτ Πασάς ζήτησε τη μεσολάβηση του μητροπολίτη, ώστε να επιτύχει την παράδοση της πόλης χωρίς περαιτέρω άσκοπη αιματοχυσία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 19ης προς 20η Φεβρουαρίου, έφθασε στις ελληνικές προφυλακές του ευζωνικού τάγματος αντιπρόσωπος του Εσσάτ, που παρακάλεσε να συναντήσει αυτοπροσώπως το διάδοχο Κωνσταντίνο για να δηλώσει την άνευ όρων παράδοση όχι μόνο της πόλης των Ιωαννίνων αλλά και των λοιπών οχυρών που είχαν περικυκλωθεί από τον ελληνικό στρατό.
Την πρωία της 20ης Φεβρουαρίου το ελληνικό ιππικό εισήλθε στην πόλη και ο διάδοχος όρισε ως αντιπροσώπους του τους λοχαγούς του επιτελείου του Ιωάννη Μεταξά και Ξ. Στρατηγό, οι οποίοι συναντήθηκαν με το Βεχήπ Μπέη και υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης στους Έλληνες. Σύμφωνα με αυτό, όλα τα οχυρά, το πολεμικό υλικό (ανάμεσά τους και 110 πυροβόλα) καθώς και όλος ο στρατός, που ανερχόταν σε 30.000 άνδρες και 1.000 αξιωματικούς, και η πόλη των Ιωαννίνων παραδίδονταν στους Έλληνες. Την πρωία της 21ης Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η επίσημη πανηγυρική είσοδος του διαδόχου Κωνσταντίνου στα Ιωάννινα.
[Τα Ιωάννινα θα γνωρίσουν άλλη μια σύντομη ξενική κυριαρχία. Κατά τα τέλη Μαΐου 1917, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιταλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Deliponte στα πλαίσια των ανταντικών επιχειρήσεων για την κατάληψη της Θεσσαλίας και της Ηπείρου εισέβαλε από τη Βόρεια Ήπειρο και κατέλαβε τα Ιωάννινα, με αποτέλεσμα η ελληνική στρατιωτική άμυνα της πόλης να αναγκασθεί να αποσυρθεί στην Άρτα. Η ιταλική κατοχή των Ιωαννίνων διήρκεσε μόνο ως το Σεπτέμβριο του 1917, οπότε και ανακαταλήφθηκαν από τον ελληνικό στρατό.] 

Η κατάληψη των Ιωαννίνων θεωρήθηκε, δικαιολογημένα, μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πολέμου. Κάθε νίκη όμως, διπλωματική ή στρατιωτική, για να έχει ουσιαστικό αντίκρισμα και να καρποφορήσει για την ευημερία μίας χώρας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με σύνεση και σωφροσύνη και να συνοδεύεται από περαιτέρω ορθές πολιτικές επιλογές. Αντίθετα, οι νικηφόροι πολεμικοί αγώνες και των δύο Βαλκανικών Πολέμων θα επισκιαστούν γρήγορα από τον Εθνικό Διχασμό που θα ξεσπάσει το 1915. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα εδαφικά και διπλωματικά οφέλη που θα προκύψουν για τη χώρα μας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα εξανεμιστούν εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών που θα οδηγήσουν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την ορθότητα της προλογικής μου σκέψης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και διδάσκει. Κι αν οι άνθρωποι δεν αφουγκράζονται τα διδάγματά της, αυτό δεν οφείλεται της στη κακή της διδασκαλία, αλλά στη δική μας κακή μαθητεία….Ioannina_liberation-3Apeleftherosi_1913b.800.600.0.0.stories.afieromata.epeteios_ipirotes1ioannina
ΠΗΓΕΣ :

(1)
(2)
(3)
(4)
(5)http://greekworldhistory.blogspot.gr/2013/02/1913.html

Ο διάσημος θεωρητικός φυσικός τονίζει πως το Brexit και η εκλογή Τραμπ ήταν μια κραυγή οργής και πως οι ηγέτες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουν αποτύχει

Στη σημασία του Brexit και της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, αναφέρεται σε άρθρο του στη βρετανική Guardian o διάσημος θεωρητικός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ, επισημαίνοντας ότι «βρισκόμαστε στην πιο επικίνδυνη στιγμή στην εξέλιξη της ανθρωπότητας».  

Τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν μπορούμε να αγνοούμε την ανισότητα που υπάρχει στον κόσμο, καθώς «τώρα έχουμε την τεχνολογία για να καταστρέψουμε τον πλανήτη στον οποίο ζούμε, αλλά δεν έχουμε αναπτύξει ακόμη την ικανότητα να δραπετεύσουμε από αυτόν». Επισημαίνει ότι «πρέπει να εργαστούμε από κοινού για να τον προστατεύσουμε» και για να γίνει αυτό «θα πρέπει να γκρεμίσουμε, όχι να υψώσουμε, εμπόδια εντός και μεταξύ των εθνών. Αν θέλουμε να έχουμε μία πιθανότητα να το κάνουμε αυτό, οι ηγέτες του κόσμου θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουν αποτύχει και ότι έχουν απογοητεύσει τους πολλούς».  

Ολόκληρο το άρθρο του στη Guardian:  

«Ως ένας θεωρητικός φυσικός που μένει στο Cambridge, έχω ζήσει τη ζωή μου μέσα σε μία φούσκα εξαιρετικών προνομίων. Το Cambridge είναι μια ασυνήθιστη πόλη, με επίκεντρο ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Μέσα σε αυτή την πόλη, η επιστημονική κοινότητα, της οποίας έγινα μέλος στα 20 μου, είναι ακόμη πιο κλειστή.  

Και μέσα σε αυτή την επιστημονική κοινότητα, η μικρή ομάδα των διεθνών θεωρητικών φυσικών, με τους οποίους έχω περάσει την εργασιακή μου ζωή, μπορεί μερικές φορές να μπαίνει στον πειρασμό να θεωρεί τον εαυτό της ως κορυφή. Επιπλέον, με τη διασημότητα που έχει έρθει με τα βιβλία μου, και την απομόνωση που επιβάλλει η ασθένειά μου, νιώθω σαν ο "γυάλινος πύργος" μου να γίνεται όλο και πιο ψηλός.  

Έτσι, η πρόσφατη προφανής απόρριψη των ελίτ στην Αμερική και τη Βρετανία σίγουρα στοχεύουν και σε μένα, όσο και σε οποιονδήποτε άλλο. Ό,τι και αν πιστεύουμε για την απόφαση του βρετανικού εκλογικού σώματος να απορρίψει τη συμμετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την απόφαση του αμερικανικού κόσμου να αποδεχτεί τον Ντόναλντ Τραμπ ως τον επόμενο πρόεδρό του, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό των σχολιαστών ότι αυτό αποτέλεσε μια κραυγή οργής από τους ανθρώπους που ένιωσαν ότι είχαν εγκαταλειφθεί από τους ηγέτες τους.  

Ήταν, όλοι φαίνεται να συμφωνούν, η στιγμή που οι ξεχασμένοι μίλησαν, βρίσκοντας τις φωνές τους για να απορρίψουν τις συμβουλές και την καθοδήγηση των εμπειρογνωμόνων και την ελίτ.  

Δεν αποτελώ εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Είχα προειδοποιήσει πριν από τη ψηφοφορία για το Brexit, ότι θα βλάψει την επιστημονική έρευνα στη Βρετανία, ότι μία ψήφος για αποχώρηση θα είναι ένα βήμα προς τα πίσω, και το εκλογικό σώμα -ή τουλάχιστον ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό του- δεν έδωσε περισσότερη σημασία σε μένα από ό,τι σε οποιονδήποτε από τους άλλους πολιτικούς ηγέτες, συνδικαλιστές, καλλιτέχνες, επιστήμονες, επιχειρηματίες και προσωπικότητες, όλοι οι οποίοι έδωσαν την ίδια συμβουλή που αγνοήθηκε στην υπόλοιπη χώρα.  

Αυτό που έχει σημασία τώρα, πολύ περισσότερο από τις επιλογές που γίνονται από αυτά τα δύο εκλογικά σώματα, είναι το πώς αντιδρούν οι ελίτ. Πρέπει εμείς, με τη σειρά μας, να απορρίψουμε αυτές τις ψηφοφορίες ως ξεσπάσματα άξεστου λαϊκισμού που δεν λαμβάνουν υπόψη τα γεγονότα, και να προσπαθήσουμε να παρακάμψουμε ή να περιορίσουμε τις επιλογές που εκπροσωπούν; Θα έλεγα ότι αυτό θα ήταν ένα τρομερό λάθος.  

Οι ανησυχίες που υποβόσκουν κάτω από αυτές τις ψήφους για τις οικονομικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και την επιτάχυνση της τεχνολογικής αλλαγής, είναι απολύτως κατανοητές. Η αυτοματοποίηση των εργοστασίων έχει ήδη αποδεκατίσει θέσεις εργασίας στην παραδοσιακή βιομηχανία, και η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης είναι πιθανό να επεκτείνει αυτή την καταστροφή θέσεων εργασίας στις μεσαίες τάξεις, με μόνο τις θέσεις μεγαλύτερης ευθύνης, εποπτείας ή τις πιο δημιουργικές να απομένουν.  

Αυτό με τη σειρά του, θα επιταχύνει την ήδη διευρυνόμενη οικονομική ανισότητα σε όλο τον κόσμο. Το διαδίκτυο και οι πλατφόρμες που αυτό υποστηρίζει, επιτρέπουν σε πολύ μικρές ομάδες ή μεμονωμένα άτομα να βγάλουν τεράστια κέρδη, ενώ απασχολούν πολύ λίγους ανθρώπους. Αυτό είναι αναπόφευκτο, είναι πρόοδος, αλλά είναι επίσης κοινωνικά καταστροφικό.  

Πρέπει να το θέσουμε αυτό δίπλα στην οικονομική κατάρρευση, η οποία έκανε τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ότι πολύ λίγα άτομα που εργάζονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα μπορούν να συσσωρεύσουν τεράστιες αμοιβές και ότι εμείς οι υπόλοιποι εγγυόμαστε αυτή την επιτυχία και σηκώνουμε τον λογαριασμό όταν η απληστία τους μας παρασύρει. Έτσι, γενικά, ζούμε σε έναν κόσμο της διεύρυνσης, όχι της μείωσης, της οικονομικής ανισότητας, όπου πολλοί άνθρωποι μπορούν να δουν όχι μόνο το βιοτικό τους επίπεδο, αλλά ακόμα και την ικανότητά τους να κερδίζουν τα προς το ζην να εξαφανίζεται. Δεν είναι να απορεί κανείς τότε για το ότι ψάχνουν για μια νέα συμφωνία (new deal), την οποία ο Τραμπ και το Brexit μπορεί να εμφανίστηκαν να αντιπροσωπεύουν.  

Επίσης, ισχύει ότι μια άλλη ακούσια συνέπεια της παγκόσμιας εξάπλωσης του διαδικτύου και των social media είναι ότι η σκληρή φύση αυτών των ανισοτήτων είναι πολύ πιο εμφανής από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Για μένα, η ικανότητα να χρησιμοποιώ την τεχνολογία για να επικοινωνώ υπήρξε μια απελευθερωτική και θετική εμπειρία. Χωρίς αυτή, δεν θα ήμουν σε θέση να συνεχίσω να εργάζομαι τα προηγούμενα χρόνια.  

Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι οι ζωές των πλουσιότερων ανθρώπων στις πλέον ευημερούσες περιοχές του κόσμου είναι οδυνηρά ορατές σε όποιον, όσο φτωχός και αν είναι, έχει πρόσβαση σε ένα τηλέφωνο. Και δεδομένου ότι σήμερα υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι με ένα τηλέφωνο, από ό,τι με πρόσβαση σε καθαρό νερό στην υποσαχάρια Αφρική, αυτό θα σημαίνει σύντομα ότι σχεδόν όλοι στον όλο και πιο γεμάτο πλανήτη μας, δεν θα είναι σε θέση να ξεφύγουν από την ανισότητα.  

Οι συνέπειες αυτού είναι οφθαλμοφανείς: ο φτωχός αγροτικός πληθυσμός συρρέει στις πόλεις, σε παραγκουπόλεις, καθοδηγούμενος από την ελπίδα. Και τότε συχνά, διαπιστώνοντας ότι η νιρβάνα του Instagram δεν είναι διαθέσιμη εκεί, την αναζητούν στο εξωτερικό, προσχωρώντας στον όλο και μεγαλύτερο αριθμό οικονομικών μεταναστών σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Αυτοί οι μετανάστες με τη σειρά τους, θέτουν νέες απαιτήσεις σχετικά με τις υποδομές και τις οικονομίες των χωρών στις οποίες φτάνουν, υπονομεύοντας την ανεκτικότητα και τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πολιτικό λαϊκισμό.  

Για μένα, η πραγματικά ανησυχητική διάσταση όλου αυτού είναι ότι τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην ιστορία μας, το είδος μας πρέπει να εργαστεί από κοινού. Αντιμετωπίζουμε φοβερές περιβαλλοντικές προκλήσεις: την κλιματική αλλαγή, την παραγωγή τροφίμων, τον υπερπληθυσμό, το ξεκλήρισμα άλλων ειδών, τις επιδημίες, την οξίνιση των ωκεανών.  

Όλα αυτά μαζί, είναι μια υπενθύμιση ότι βρισκόμαστε στην πιο επικίνδυνη στιγμή στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Τώρα έχουμε την τεχνολογία για να καταστρέψουμε τον πλανήτη στον οποίο ζούμε, αλλά δεν έχουμε αναπτύξει ακόμη την ικανότητα να δραπετεύσουμε από αυτόν. Ίσως σε μερικές εκατοντάδες χρόνια, θα έχουμε δημιουργήσει ανθρώπινες αποικίες ανάμεσα στα αστέρια, αλλά τώρα έχουμε μόνο έναν πλανήτη, και πρέπει να εργαστούμε από κοινού για να τον προστατεύσουμε.  

Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να γκρεμίσουμε, όχι να υψώσουμε, εμπόδια εντός και μεταξύ των εθνών. Αν θέλουμε να έχουμε μία πιθανότητα να το κάνουμε αυτό, οι ηγέτες του κόσμου θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουν αποτύχει και ότι έχουν απογοητεύσει τους πολλούς. Με τους πόρους να συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στα χέρια των λίγων, θα πρέπει να μάθουμε να μοιραζόμαστε πολύ περισσότερα από ό,τι μοιραζόμαστε σήμερα.  

Με όχι μόνο θέσεις εργασίας, αλλά ολόκληρες βιομηχανίες να εξαφανίζονται, πρέπει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να επανεκπαιδευτούν για ένα νέο κόσμο και να τους υποστηρίξουμε οικονομικά ενόσω το πράττουν. Αν οι κοινότητες και οι οικονομίες δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα τρέχοντα επίπεδα της μετανάστευσης, πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να ενθαρρύνουμε την παγκόσμια ανάπτυξη, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος που τα εκατομμύρια μεταναστών θα πειστούν να αναζητήσουν το μέλλον τους στην πατρίδα τους.  

Μπορούμε να το κάνουμε, είμαι ένας μεγάλος οπτιμιστής για το είδος μου. Αλλά αυτό θα απαιτήσει από τις ελίτ, από το Λονδίνο μέχρι το Χάρβαρντ, από το Cambridge μέχρι το Χόλιγουντ, να μάθουν τα μαθήματα του περασμένου έτους. Να μάθουν, πάνω απ 'όλα, το μέτρο της ταπεινοφροσύνης.»  

Επιμέλεια/ μετάφραση: The LIFO team via Guardian

Παρασκευή, 03 Φεβρουαρίου 2017 10:44

Πανίσχυρο φάρμακο η ειλικρινής συγγνώμη

Γράφτηκε από τον

Κάνει καλό τόσο σε αυτόν που τη λέει όσο και σε αυτόν που τη δέχεται.

Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε «συγγνώμη» πολλές φορές την ημέρα για ασήμαντα πράγματα, όπως όταν σκοντάφτουν κατά λάθος πάνω σε κάποιον ή δεν του κράτησαν την πόρτα για να περάσει. 

Αυτού του είδους οι απολογίες είναι εύκολες και συνήθως γίνονται αμέσως αποδεκτές με ένα σχόλιο του τύπου «κανένα πρόβλημα». Οταν, όμως, το «συγγνώμη» λέγεται για να διορθώσει σκληρά λόγια ή πράξεις που στ’ αλήθεια πλήγωσαν τον αποδέκτη τους, ξαφνικά γίνεται πολύ δύσκολο να το πει κανείς.

Η δυσκολία αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν, παρά τις καλές προθέσεις, η συγγνώμη ειπωθεί με λάθος τρόπο. Σε τέτοια περίπτωση είναι ορατός ο κίνδυνος αντί να μαλακώσει τον πόνο του άλλου ατόμου, να το εξοργίσει, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και σημαντικές σχέσεις.

Οπως αναφέρει η εφημερίδα «New York Times», αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι πως η ανάγκη να ζητήσουμε συγγνώμη αφορά λιγότερο εμάς και περισσότερο τους ανθρώπους που, για οποιονδήποτε λόγο, προσβάλαμε με κάτι που είπαμε, κάναμε ή δεν κάναμε. Επιπλέον, όταν λέγεται με τον σωστό τρόπο αποτελεί πανίσχυρο φάρμακο, που κάνει καλό τόσο σε αυτόν που τη λέει, όσο και σε αυτόν που την δέχεται.

Ο σωστός τρόπος

Ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Οπως εξηγεί η ψυχολόγος και συγγραφέας δρ Χάριετ Λέρνερ στο βιβλίο της «Why Won’t You Apologize;» (θα μπορούσε να μεταφραστεί: «Γιατί δεν ζητάτε συγγνώμη;») κατ’ αρχάς δεν πρέπει να ακολουθείται από δικαιολογίες, διότι αυτές είναι ό,τι χρειάζεται για να εξαγριωθεί το άτομο που βλάψαμε και θέλουμε να μας συγχωρήσει.

«Οταν η συγγνώμη συνοδεύεται από ένα “αλλά”, χάνει την ειλικρίνειά της», γράφει. «Οι καλύτερες συγγνώμες είναι σύντομες και δεν περιέχουν καμία δικαιολογία ή εξήγηση που μπορεί να τις ακυρώσει».

Ούτε πρέπει η συγγνώμη να συνοδεύεται από την προσμονή ότι το άλλο άτομο θα διαγράψει μεμιάς ό,τι συνέβη. Μπορεί στ’ αλήθεια να δεχθεί την ειλικρινή συγγνώμη μας, αλλά να μην είναι ακόμα έτοιμο να μας συγχωρήσει για ό,τι κάναμε. Αυτό μπορεί να χρειαστεί καιρό για να συμβεί και, φυσικά, θα εξαρτηθεί από το αν θα επαναλάβουμε το παράπτωμα ή όχι.

Επιπλέον, δεν έχουμε καμία δουλειά να πιέζουμε τους άλλους να μας συγχωρήσουν. «Η άποψη πως όποιος δεν συγχωρεί βλάπτει την υγεία του και καταδικάζεται σε μια ζωή πίκρας και μίσους είναι λανθασμένη» λέει η δρ Λέρνερ. «Δεν είναι υποχρεωτικό να συγχωρήσουμε κάποιον για να ξεπεράσουμε κάτι που μας πίκρανε πολύ. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να απαλλαγούμε από τα αρνητικά συναισθήματα, όπως η ψυχοθεραπεία, ο διαλογισμός, ακόμα και η φυσική δραστηριότητα».

Πολύ σημαντικό είναι επίσης η συγγνώμη που ζητάμε να μη στοχεύει στις αντιδράσεις του άλλου ατόμου, αλλά αμιγώς στις πράξεις ή στα λόγια που τις προκάλεσαν. Η πρόταση «λυπάμαι που αισθάνεσαι έτσι» απομακρύνει το βάρος από εμάς και το μεταβιβάζει στο άλλο άτομο. Με άλλα λόγια, σημαίνει ότι δεν έχουμε μετανιώσει καθόλου. 

Απαραίτητο είναι ακόμα να ακούσουμε όσα έχει να πει το άτομο που προσβάλλαμε, χωρίς να αντιδράσουμε αμυντικά. «Δεν πρέπει να διακόψουμε, να διαφωνήσουμε, να διαψεύσουμε ή να διορθώσουμε όσα λέει, ούτε να ασκήσουμε αρνητική κριτική» λέει η δρ Λέρνερ.
 
Ακόμα, δε, κι αν έφταιγε σε μεγάλο βαθμό και το άλλο άτομο για ό,τι συνέβη, εμείς πρέπει να ζητάμε συγγνώμη για το κομμάτι που μας αναλογεί, όσο μικρό κι αν ήταν.

Γιατί δυσκολευόμαστε

Γιατί, όμως, είναι τόσο δύσκολο να ζητήσουμε μια ειλικρινή συγγνώμη; Η δρ Λέρνερ απαντά ότι γι’ αυτό ευθύνεται η φύση. «Είμαστε γεννημένοι για να αμυνόμαστε και έτσι μας είναι πάρα πολύ δύσκολο να αναλάβουμε την άμεση, ξεκάθαρη ευθύνη για τις λανθασμένες πράξεις μας», εξηγεί. «Πρέπει να είναι κανείς πολύ ώριμος για να βάλει μία σχέση ή ένα άλλο άτομο πάνω από την εγγενή του τάση να έχει δίκιο».

Η ειλικρινής συγγνώμη «αποτελεί ομολογία ενοχής που αφήνει το άτομο ευάλωτο», συνεχίζει. «Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για το πώς θα γίνει δεκτή, ιδίως όταν το παράπτωμα ήταν τεράστιο, όπως λ.χ. η κακοποίηση ενός παιδιού από τον γονέα του, ο οποίος ζητάει συγγνώμη χρόνια αργότερα».

Στην πραγματικότητα, η διόρθωση ενός λάθους μπορεί να είναι ιδιαιτέρως δύσκολη όταν αφορά μέλη της ιδίας οικογένειας, τα οποία έχουν την τάση να χρησιμοποιούν την οικογενειακή ιστορία (π.χ. ότι και ο γονιός είχε κακοποιηθεί ως παιδί) για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Ωστόσο, «η ιστορία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλή εξήγηση μιας πράξης και όχι ως δικαιολογία γι’ αυτήν», τονίζει η δρ Λέρνερ.

Και προσθέτει πως όταν κάποιος κατορθώνει να ζητήσει με ειλικρίνεια συγγνώμη, όχι μόνο ωφελεί το άλλο άτομο, που μπορεί να αισθανθεί ανακουφισμένο και με λιγότερη πίκρα και θυμό, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό, διότι ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση, την ακεραιότητα και την ωριμότητά μας.

ΤΑ ΝΕΑ, Ένθετο Υγεία - Ρούλα Τσουλέα

Τετάρτη, 01 Φεβρουαρίου 2017 01:02

Δείτε πως βάφουν ένα τεράστιο αεροπλάνο Boeing 737 (ΒΙΝΤΕΟ)

Γράφτηκε από τον
 
Boeing 737 1Η αλήθεια είναι ότι έχουμε «γνώση» για το πώς αλλάζει χρώμα ένα αυτοκίνητο όταν πηγαίνει στον «λαμαρινά» ή στην καθαρεύουσα «φανοποιό»…
Για αεροπλάνο όμως δεν είχαμε εικόνα..
Δείτε τώρα στο παρακάτω Video πως αλλάζει χρώμα ένα αεροπλάνο.
 
1cΗ ιστορία της Σαντορίνης από τότε που ήταν κυκλικού σχήματος νησί μέχρι και σήμερα, όπως επηρεάστηκε από τις καιρικές συνθήκες και βέβαια από την έκρηξη του ηφαιστείου, καταγράφεται σε ένα βίντεο.
Οι εντυπωσιακές τρισδιάστατες εικόνες συνθέτουν σε λίγα λεπτά την ιστορία του κοσμοπολίτικου πλέον νησιού.
Δέιτε το βίντεο:
 

Βίντεο: Αυτό είναι το επόμενο επάγγελμα που θα εκλείψει ελέω ρομπότ...Ο «ντελιβεράς» ξεκίνησε δοκιμαστικά σε Ουάσιγκτον και Καλιφόρνια - «Κίνδυνος» και για τους ταχυδρόμους

Ο κόσμος αλλάζει. Η τεχνολογία κάνει ολοένα και περισσότερο αισθητή την παρουσία της. Ενδεχομένως, το σενάριο που θέλει τον άνθρωπο -τελικά- να γίνεται υποχείριο των μηχανών, να μην είναι τόσο μακριά όσο φανταζόμαστε. Τουλάχιστον στην περίπτωση των... ντελιβεράδων, η επόμενη μέρα δεν φαντάζει... φωτεινή, καθώς τα ρομπότ έχουν ήδη αρχίσει να «κερδίζουν θέσεις εργασίας».
Τόσο στην Ουάσιγκτον, όσο και στην Καλιφόρνια, ξεκίνησε η δοκιμή ενός νέου ρομπότ, το οποίο θα κάνει παραδόσεις δεμάτων καθ' όλη τη διάρκεια του 24ωρου, δίχως να παραπονιέται για το ωράριο, ή να απαιτεί... υπερωρίες. Εφόσον ολοκληρωθεί με επιτυχία το τεστ και διευκρινιστούν οι αδυναμίες του... συστήματος, η εταιρεία που τα παρουσίασε σκοπεύει να προχωρήσει στην ευρύτερη παραγωγή του μηχανήματος, το οποίο θα έχει εφαρμογή και στους ταχυδρόμους, θέτοντας υπό... εξαφάνιση ένα παραδοσιακό επάγγελμα, εκτός των ντελίβερι, που αμναπτύχθηκε ιδιαίτερα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Το μέλλον, λοιπόν, είναι εδώ. Μόνο που δεν είναι ευοίωνο για όλους. Πολλοί επαγγελματίες θα αναγκαστούν να αναζητήσουν σε άλλα πεδία το επαγγελματικό τους μέλλον. Τα ρομπότ κερδίζουν έδαφος, μειώνουν θέσεις εργασίας και ο άνθρωπος θα πρέπει, παράλληλα με την τεχνολογική εξέλιξη, να βρει τον τρόπο, προκειμένου να διατηρήσει την ισορροπία. Ένα μεγάλο στοίχημα και μία μεγάλη πρόκληση για έναν κόσμο που εξαρτάται όλο και περισσσότερο από την τεχνολογία...
ΈναρξηΠροηγούμενο12345678910ΕπόμενοΤέλος
Σελίδα 1 από 66

Εκπαιδευτικά Νέα